Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2011

ΠΡΟΣ ΝΕΟ ΠΟΙΗΤΗ


Παρίσι, 17 του Φλεβάρη 1903


Φίλε Κύριε,
Εδώ και λίγες μέρες πήρα το γράμμα σας. Θέλω να σας ευχαριστήσω για τη μεγάλη και πολύτιμη, για μένα, εμπιστοσύνη που μου δείχνετε. Δε μπορώ όμως να κάνω τίποτα περισσότερο. Δε μπορώ να μπω στην τεχνική των στίχων σας: κάθε είδους κριτική βλέψη είναι κάτι τόσο ξένο από μένα… Η κριτική είναι το χειρότερο μέσο για ν’ αγγίξεις ένα έργο τέχνης: καταντάει πάντα σε πετυχημένες, λίγο ή πολύ, παρανοήσεις. Δε μπορούμεόλα να τα συλλάβουμε και να τα εκφράσουμε —όσο κι αν θέλουν πολλοί να μας πείσουν για το αντίθετο. Τα περισσότερα απ’ όσα μάς συμβαίνουν δε μπορούμε να τα εκφράσουμε, ξετυλίγονται μέσα σε μια σφαίρα, που ποτέ καμιά λέξη δεν την καταπάτησε. Και απ’ όλα πιο αδύνατο είναι να εκφράσουμε τα έργα τής τέχνης, τις μυστηριακές αυτές υπάρξεις που η ζωή τους δε γνωρίζει τέλος, καθώς πορεύεται πλάι στη δική μας την περαστική, την πρόσκαιρη ζωή.Πρέπει, έπειτ’ από τούτη την παρατήρηση, να προσθέσω ακόμα πως οι στίχοι σας δεν έχουν δική τους ατομική έκφραση, κι ωστόσο βρίσκω μέσα κει, δειλό κι αβλάστητο ακόμα, το έμβρυο μιας προσωπικότητας. Το ‘νιωσα αυτό εντονότερα στο τελευταίο σας ποίημα: “Η ψυχή μου”. Εκεί, κάτι Δικό σας γυρεύει να βρει έκφραση και μορφή. Και μέσ’ απ’ τ’ όμορφο ποίημά σας “Στο Leopardi” αναδίνεται μια κάποια συγγένεια μ’ εκείνο τον Μεγάλο Ερημίτη. Ωστόσο, τα ποιήματά σας δεν έχουν δική τους υπόσταση, δεν έχουν αυθυπαρξία —ούτε καν το ποίημα για το Leopardi. Το γράμμα σας, που τα συντρόφευε, δεν παρέλειψε να μου εξηγήσει μια κάποιαν ατέλειά τους, που την ένιωσα διαβάζοντάς τα, χωρίς όμως και να μπορώ να της δώσω ένα όνομα.
Ρωτάτε αν είναι καλοί οι στίχοι σας. Ρωτάτε εμέναν. Ρωτήσατε, βέβαια, κι άλλους πριν. Τους στέλνετε στα περιοδικά. Τους συγκρίνετε μ’ άλλα ποιήματα, αναστατωνόσαστε όταν κάποιοι αρχισυντάχτες σάς γυρνάνε πίσω τα ποιητικά σας δοκίμια. Από δω κι εμπρός (μια και μου επιτρέψατε να σας δίνω συμβουλές) σας παρακαλώ να τ’ απαρνηθείτε όλ’ αυτά. Η ματιά σας είναι γυρισμένη προς τα έξω˙
αυτό, προπάντων, δεν πρέπει να κάνετε τώρα πια. Κανένας δε μπορεί να σας συμβουλέψει ή να σας βοηθήσει, κανένας. Ένας μονάχα δρόμος υπάρχει: βυθιστείτε μέσα στον εαυτό σας, αναζητήστε την αιτία που σας αναγκάζει να γράφετε, δοκιμάστε αν οι ρίζες της φυτρώνουν απ’ τις πιο βαθιές γωνιές τής καρδιάς σας. Εξομολογηθείτε στον εαυτό σας: θα πεθαίνατε τάχα, αν σας απαγόρευαν να γράφετε; Τούτο, πρώτ’ απ’ όλα: αναρωτηθείτε, την πιο σιγηλή ώρα τής νύχτας σας: Πρέπει να γράφω; Σκαλίστε βαθιά μέσα σας, να βρείτε την απόκριση. Κι αν η απόκριση τούτη αντηχήσει καταφατικά, αν απέναντι στο βαθυσήμαντο τούτο ρώτημα μπορείτε να υψώσετε ένα στέρεο κι απλό Πρέπει, τότε πλάσετε τη ζωή σας σύμφωνα μ’ αυτή την ανάγκη. Η ζωή σας, ακόμα και στην πιο αδιάφορη, την πιο άδειαν ώρα της, πρέπει να γίνει σημάδι και μάρτυρας αυτής της ορμής. Ζυγώστε, τότε, τη φύση. Πασχίστε, τότε, να πείτε, σα να ‘σαστε ο πρώτος άνθρωπος πάνω στη γη, τι βλέπετε, τι ζείτε, τι αγαπάτε, τι χάνετε. Μη γράφετε ερωτικά τραγούδια. Αποφύγετε, πρώτ’ απ’ όλα, τούτα τα πολύ τρεχούμενα και συνηθισμένα θέματα: είναι τα πιο δύσκολα, κι ο ποιητής πρέπει να φτάσει σ’ όλη την τρανή ωριμότητα τής δύναμής του για να μπορέσει να δώσει κάτι δικό του, εκεί όπου, σίγουρη και λαμπερή —κάποιες φορές— η παράδοση παρουσίασε τόσην αφθονία. Μακριά απ’ τα μεγάλα γενικά θέματα, σκύψετε σ’ εκείνα που σας προσφέρει η καθημερινότητα. Ιστορήστε τις θλίψεις και τους πόνους σας, τους φευγαλέους στοχασμούς σας, την πίστη σας σε κάποιαν ομορφιά —ιστορήστε τα όλα τούτα με βαθιά, γαλήνια, ταπεινή ειλικρίνεια, και μεταχειριστείτε, για να εκφραστείτε, τα πράματα που σας περιτριγυρίζουν, τις εικόνες των ονείρων σας και τις πηγές των αναμνήσεών σας. Αν ίσως η καθημερινότητά σας σάς φαινεται φτωχή, μην την καταφρονήσετε. Καταφρονήστε τον ίδιο τον εαυτό σας, που δεν είναι αρκετά ποιητής και δε μπορεί να καλέσει κοντά του τα πλούτη της. Για το δημιουργό δεν υπάρχει φτώχεια, ούτε φτωχοί κι αδιάφοροι τόποι. Και μέσα σε φυλακή ακόμα αν ήσαστε κλεισμένος, κι οι τοίχοι της δεν αφήνανε τους ήχους τού κόσμου να φτάσουν ως εσάς —δε θα σας έμεναν, ωστόσο, αμόλευτα μέσα σας, τα παιδικά σας χρόνια, ο ακριβός, βασιλικός τούτος πλούτος, ο θησαυρός αυτός των αναμνήσεων; Γυρίστε κατά κει το νου σας. Πασχίστε ν’ ανασύρετε, απ’ το βυθό αυτών των περασμένων, τις βουλιαγμένες εντυπώσεις. Η προσωπικότητά σας θα δυναμωθεί, η μοναξιά σας δε θα ‘ναι πια άδεια και θα σας γίνει ένα καταφύγιο ονείρου, όπου κανένας θόρυβος απ’ έξω δε θα φτάνει. Κι αν από τούτη την επιστροφή στον εαυτό σας, από τούτη την καταβύθιση στον δικό σας κόσμο, στίχοι ξεπηδήσουν, δε θα σκεφτείτε να ρωτήσετε τους άλλους αν είναι καλοί στίχοι. Κι ούτε θ’ αποζητήσετε να ενδιαφερθούν τα περιοδικά γι’ αυτούς: οι στίχοι σας δε θα ‘ναι, για σας, παρά ένα αγαπημένο φυσικό σας χάρισμα, ένα κομμάτι κι ένας φθόγγος απ’ τη ζωή σας. Ένα έργο τέχνης είναι άξιο μόνο σαν ξεπηδάει από μιαν ανάγκη. Για να το κρίνεις, πρέπει να δεις ποια είν’ η πηγή του. Γι’ αυτό, φίλε Κύριε, δε μπορώ να σας δώσω παρά τούτη μόνο τη συμβουλή: βυθιστείτε στον εαυτό σας, ψάξτε στα βάθη, απ’ όπου πηγάζει η ζωή σας. Εκεί θα βρείτε την απόκριση στο ρώτημα: πρέπει να δημιουργείτε; Δεχτείτε την, όπως θ’ αντηχήσει, χωρίς να γυρέψετε το νόημά της. Ίσως βγει πως η Τέχνη σάς καλεί. Τότε, αγκαλιάστε αυτή τη μοίρα, κρατήστε την για πάντα απάνω σας, μ’ όλο το βάρος και το μεγαλείο της, χωρίς ποτέ ν’ αποζητήσετε καμιάν αμοιβή απ’ έξω. Γιατί ο δημιουργός πρέπει να ‘ναι ολόκληρος ένας κόσμος για τον εαυτό του, να βρίσκει τα πάντα στον εαυτό του και στη Φύση, που μαζί της είναι δεμένος.Μπορεί όμως, έπειτ’ απ’ αυτή την “κάθοδο” μέσα στον εαυτό σας και στον εντός σας “ερημίτη”, να πρέπει ν’ απαρνηθείτε τη μοίρα τού ποιητή. (Φτάνει, όπως σας είπα, να νιώσει κανένας πως μπορεί να ζήσει και χωρίς να γράφει —κι ευθύς το γράψιμο του είναι απαγορευμένο.) Μα και τότε ακόμα, αυτή η αυτοσυγκέντρωση, που σας ζητώ, δε θα ‘χει σταθεί μάταιη. Η ζωή σας θα βρει, δίχως άλλο, μέσ’ από κει, τους δικούς της δρόμους˙ κι εύχομαι, περισσότερο απ’ όσο δύνονται τα λόγια μου να σας πουν, οι δρόμοι σας τούτοι να ‘ναι άξιοι, πλατιοί κι ευτυχισμένοι.
Τι άλλο μπορώ να πω; Νομίζω πως τόνισα ό,τι έπρεπε. Κι ακόμα μια φορά, ένα θέλω να σας συμβουλέψω: ν’ αναπτυχθείτε, γαλήνια και σοβαρά, σύμφωνα με το δικό σας νόμο. Θα συνταράζατε, όσο γίνεται πιο βίαια κι ολέθρια, την εξέλιξή σας, αν στρέφατε τη ματιά σας προς τα έξω κι αν προσμένατε απ’ έξω απόκριση σε ρωτήματα, όπου μόνο το πιο βαθύ αίσθημά σας, στην πιο χαμηλόφωνη ώρα σας, μπορεί ίσως ν’ αποκριθεί.
Με χαρά μου βρήκα το όνομα τού καθηγητή Horaček στο γράμμα σας. Διατηρώ πάντα, από τα χρόνια κείνα, βαθύ σεβασμό κι ευγνωμοσύνη για τον αγαπητόν αυτό σοφό. Θα είχατε την καλοσύνη να του το πείτε; Είναι τόσο καλός που με θυμάται ακόμα, και του χρωστώ χάρη γι’ αυτό.
Σας στέλνω πίσω τους στίχους, που φιλικά μού εμπιστευτήκατε. Και σας ευχαριστώ, άλλη μια φορά, για τη μεγάλη κι εγκάρδια εμπιστοσύνη σας. Προσπάθησα, στην ανυπόκριτη τούτη απάντησή μου, γραμμένη όσο δυνόμουν καλύτερα, να φανώ της εμπιστοσύνης αυτής κάπως περισσότερο άξιος απ’ ό,τι πραγματικά είμαι, ο ξένος εγώ.



Μ’ αφοσίωση και συμπάθεια
RAINER MARIA RILKE



Ο Πάνθηρας
Το βλέμμα του κουράστηκε από το πέρα-δώθε
πίσω από το κάγκελο, που δε κρατιέται άλλο.
Του μοιάζει να υπάρχουνε χιλιάδες σιδερόβεργες
και πίσω από αυτές τις σιδερόβεργες το Τίποτα!
Η απαλή κι ευλύγιστη, γερή περπατησιά
που οδηγεί σε κύκλους που μικραίνουν,
μοιάζει χορός με δύναμη στο κέντρο,
που ναρκωμένη πυργώνεται μια θέληση.
Μόνο λίγες φορές ανοίγει τα βλέφαρα,
αθόρυβα. Έπειτα εισχωρεί μια εικόνα,
που διαπερνά τη γαλήνη των μελών του
κι εκεί στη καρδιά, παύει πια να υπάρχει.
Πέμπτη Ωδή
Σηκωθείτε και φοβίστε τον τρομερό Θεό, γκρεμίστε τον.
Χαρά πολέμου, από αιώνες τον έχει κακομάθει.
Τώρα εσάς να σπρώξει ο πόνος
εσάς να σπρώξει ένας νέος, πληγωμένος πόνος του πολέμου,
μπροστά στο θυμό του.
Κι αν σας αναγκάζει το αίμα, τρανωμένο απ’ τους πατέρες σας ψηλά
τρεχούμενο αίμα, τότε ας είναι το συναίσθημα δικό σας.
Μη κάνετε τα ίδια τα παλιά.
Εξετάστε, μήπως είστε ο πόνος.
Ο δρων πόνος.
Ο πόνος έχει κι αυτός τη δική του αγαλλίαση.
Ω! και μετά ξεδιπλώνει η σημαία πάνω σας,
στον αγέρα που ‘ρχεται από τον εχθρό!
Ποιά; Του πόνου.
Η σημαία του πόνου.
Το βαρύ που σας χτυπά πανί του πόνου.
Καθένας από σας σκούπισε το ιδρωμένο καφτό πρόσωπό του.
Όλων σας τα πρόσωπα είναι μαζεμένα κει, σε κομμάτια.
Κομμάτια του μέλλοντος ίσως.
Να μη κρατούσε συνεχώς μέσα του το μίσος,
αλλά μονάχα απορία.
Γιατί, ο προαποφασισμένος πόνος, ο υπέροχος θυμός
κι αυτοί οι τυφλοί γύρω σας, θολώσανε το νου σας.


Απ’ Όλα Σχεδόν Τα Πράγματα…

Απ’ όλα σχεδόν τα πράγματα πνέει αίσθηση
κι από κάθε αλλαγή μας γνέφει. Σκέψου!
Η μέρα, όταν προσπερνούσαμε σα ξένοι,
αποφασίζει να προσφερθεί σα μελλοντικό δώρο.
Ποιός υπολογίζει τη προσφορά μας;
Ποιός μας χωρίζει απ’ τα παλιά τα περασμένα χρόνια;
Τί μάθαμε μεις από τη πρώτη τη στιγμή,
αν όχι πως το κάθε τι βρίσκεται κι αλλού;
Αν όχι, πως κοντά μας το ψυχρό ζεσταίνεται;
Ω! σπίτι, ω βουνοπλαγιά, ω φως του δειλινού,
για μια στιγμή μας φέρνεις κατάφατσα μ’ αυτά.
Στέκεσαι δίπλα μας τυλίγοντας τις αγκαλιές μας.
Σ’ όλα τα πλάσματα απλώνεται το μόνο διάστημα:
το Ενδοσύμπαν. Απαλά μας προσπερνούνε τα πουλιά.
Ω! εγώ που θέλω να ριζώσω, κοιτώ έξω
και μέσα μου βλασταίνει σα δέντρο.
Ανησυχώ και μέσα μου στέκεται το σπίτι.
Προφυλάγομαι και μέσα μου υπάρχει η σκέπη.
Εγώ που ‘γινα ο αγαπημένος, -στη μορφή μου
ησυχάζει της ωραίας κτίσης το ομοίωμα, και κλαίει!
Έκθετος Πάνω Στα Όρη Της Καρδιάς
Έκθετος πάνω στα όρη της καρδιάς
κοίτα πόσο μικρός εκεί, κοίτα:
των λόγων ο τελευταίος χώρος
και ψηλότερα χώρος του συναισθήματος.
Τον αναγνωρίζεις;
Έκθετος πάνω στα όρη της καρδιάς.
Πέτρινο έδαφος κάτω απ’ τα χέρια.
Εδώ άνθιζε βέβαια κάτι.
Μέσα από τον βουβό γκρεμό,
φυτρώνει τραγουδώντας ένα ανύπαρκτο χορτάρι.
Όμως ο Γνώστης…
Αχ αυτός άρχιζε να γνωρίζει και τώρα σιωπά,
έκθετος πάνω στα όρη της καρδιάς.
Εκεί τριγυρίζουν ασφαλώς μ’ ακέρια τη Συνείδηση
μερικά μικρά σιγουρεμένα ζώα του βουνού,
αλλάζουν θέση και στέκουν.
Και το μεγάλο κρυμμένο πουλί γυροφέρνει
πάνω απ’ την αγνή άρνηση των κορυφών.
Όμως χωρίς ασφάλεια, εδώ πάνω στα όρη της καρδιάς…
Σονέτο
Στη ζωή μου μέσα τρέμει δίχως παράπονο
κι αναστεναγμό, ένας πόνος σκοτεινός.
Το χιόνι των ονείρων μου, το κατάλευκο χιόνι,
είναι των σιωπηλών μου ημερών, ο αγιασμός.
Συχνότερα όμως προσπερνά το μέγα ρώτημα
το μονοπάτι μου -και νιώθω μικρός και προχωρώ
ανεπηρέαστος παραπέρα, κοντά στη λίμνη,
το άγριο κύμα της να μετρήσω δε τολμώ.
Και τότε πληθαίνει μέσα μου μια θλίψη θολή
σαν το γκριζωπό μιας νύχτας θερινής
που μόνον έν αστέρι τη φωτίζει, δω κι εκεί.
Τα χέρια μου γυρεύουνε αγάπη πιο σωστή
και με χαρά θα έλεγα μια προσευχή μονάχα,
που το καφτό μου στόμα δε μπορεί να βρει…
Φθινόπωρο
Τα φύλλα πέφτουν, πέφτουν λες από ψηλά,
σαν να ξεράθηκαν οι κήποι τ’ ουρανού.
πέφτουν με άρνηση στο στόμα του κενού.
Και μες στη νύχτα πέφτει η Γη βαριά,
από τ’ αστέρια προς τη μοναξιά.
Όλοι μας πέφτουμε. Το χέρι αυτό που γράφει.
Δες τα όλα γύρω: χάνονται στα βάθη.
Είναι όμως Κάποιος που την πτώση αυτή
στα δυο του χέρια στοργικά τη συγκρατεί.
Μοναξιά
Η μοναξιά μοιάζει με τη βροχή. Τα βράδια
απ’ του πελάγους αναθρώσκει τον καθρέφτη.
από κοιλάδες μακρινές κι από λιβάδια
στον ουρανό ανεβαίνει πάντα, που την έχει.
Κι ύστερα, από εκεί ψηλά, στην πόλη πέφτει.
Πέφτει την ώρα που το φως πια δεν αντέχει,
όταν τους δρόμους βάφουν πάλι τα σκοτάδια,
κι όταν τα σώματα χωρίζουν λυπημένα
δίχως να βρουν ό,τι ζητούν, μένοντας ξένα.
κι όταν οι άνθρωποι εκείνοι, που μισούνται,
πάλι στο ίδιο στρώμα πέφτουν και κοιμούνται:
τη μοναξιά τη παίρνουν τότε τα ποτάμια…
Τί Θ’ Απογίνεις Θε Μου Αν Πεθάνω;
Τί θ’ απογίνεις, Θε μου, αν πεθάνω;
Εγώ ειμαι το κανάτι σου (αν σπάσω;)
Εγώ ειμαι το ποτό σου (αν πικράνω;)
Εγώ ειμαι το έργο σου και το ένδυμά σου,
μαζί μου θα χαθεί το νόημά σου.
Αλλού δεν πρόκειται να βρεις μια στέγη άλλη
να σε δεχτεί με λόγο απλό, ζεστό.
Θα σου λυθεί απ’ το πόδι το σανδάλι
το μεταξένιο σου, που είμαι εγώ.
Το πανωφόρι σου πια θα σ’ αφήσει.
Το βλέμμα σου, που στο πλευρό μου
το είχα πάντοτε εγώ προσκέφαλό μου,
μάταια τριγύρω ώρα πολλή θα με ζητήσει
κι όταν ο ήλιος τελικά γείρει στη Δύση,
σε ξένης πέτρας αγκαλιά θα ξενυχτήσει.
Τί θ’ απογίνεις, Θε μου; Αγωνιώ.
Νεκροτομείο
Νά τοι, παραταγμένοι, λες και πρέπει
να τους δοθεί κι εδώ ένας ρόλος για να παίξουν,
ώστε όλο αυτό το ψύχος που τους δρέπει,
την παρουσία του άλλου δίπλα τους ν’ αντέξουν,
σα να μη τέλειωσε τίποτε ακόμα.
Τί όνομα βρέθηκε στην τσέπη τους γραμμένο;
Της αηδίας τον λεκέ από το στόμα
οι νεκροκόμοι τούς τον έχουν ξεπλυμένο,
όμως δεν βγήκε. Ας έχουν τώρα στόμα καθαρό.
Τα γένια τους στα μάγουλα εξέχουν πιο σκληρά,
κι ας τους τα ευπρέπισε μια έγνοια συνετή,
μη νιώσει απέχθεια το ευαίσθητο κοινό.
Μόνο τα μάτια τους έχουν αντιστραφεί
κάτω απ’ τα βλέφαρα. κοιτούν στα ένδον πια.
Αρχαϊκός Κορμός Απόλλωνος
Στον μεγάλο φίλο μου
Αύγουστο Ροντέν
Δεν το γνωρίσαμε το ανήκουστο κεφάλι
όπου μεστώναν των ματιών του οι βολβοί.
Όμως το στήθος του φλογίζει σα κερί
κι εκεί το βλέμμα, ριζωμένο τώρα σ’ άλλη
θέση, ζει και διαρκεί. Το στέρνο, αλλιώς,
δεν θα σε τύφλωνε κι απ’ τη καμπή του ισχίου
δεν θα κυλούσε ενός γέλιου ο μορφασμός
ώς το σημείο που ήταν πρώτα του μορίου.
Αλλιώς, η πέτρα θα ‘στεκε ανάπηρη, μισή
κάτω απ’ τους ώμους που ερειπώθηκαν στη πτώση
και δεν θα σπίθιζε όπως άγρια λεοντή
ούτε σαν έκρηξη άστρου από παντού με τόση
λάμψη: γιατί το κάθε τι από δω σε βλέπει,
η κάθε μια γωνιά. Ζωή ν’ αλλάξεις πρέπει.
Ράινερ Μαρία Ρίλκε
(Rainer Maria Rilke, 4 Δεκεμβρίου 1875 – 29 Δεκεμβρίου 1926)

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ


Το μενού σήμερα, έχει τα εξής πιάτα ημέρας :

2 με 4 : «ΠΙΡΑΝΧΑΣ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ» / ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΙΑΣ. Μια εκπομπή που ξετυλίγει για εσάς μουσικές και τραγούδια, για παιδιά και τη παιδική αθωότητα ή για ανθρώπους που κρατούν ζωντανό μέσα του το παιδί. Μια εκπομπή
Για μικρά και μεγάλα παιδιά
Για μικρές και μεγάλες καρδιές

4 με 6 : «Οn The Road». Αυτην την Κυριακη στις 2, η Ρουμπινη Νάτση απαγαγει το Χουβαρδά και δρόμους παίρνει, δρόμους αφήνει, σε ένα μουσικό δρόμο μετ΄εμποδίων ώστε να εξορκίσει το hangover της προηγουμενης…. Ζαλισμένη, αλλά και μεθυστική εκπομπή, εκτάκτως έκτακτη…

6 με 8 : «ΤΗΕ GOST» / ΤΑΣΟΣ ΠΛΟΥΜΗΣ. Καπετάνιος για 2 ώρες το παιδί – θαύμα, που συνομιλεί με φαντάσματα κι ακούει μουσικές απ΄άλλον κόσμο, απ΄άλλον πλανήτη… Θα σας μεταφέρει στη πίσω μεριά της κουρτίνας, στη σκοτεινή κλειδωμένη ντουλάπα, στο μουχλιασμένο υπόγειο και γενικώς σε μέρη που ποτέ δεν πήγατε ή δεν τολμήσατε να πάτε μόνοι σας.

8 με 10 : «A FISTFULL OF VINYLS». Ο Μανόλης Χρυσάνθου που επιλέγει γνωστές, λιγότερο γνωστές και άγνωστες ακόμα και στον ίδιο μελωδίες, εξορκίζοντας τους φόβους της εβδομάδας που καταφτάνει. Συνδέει τα ασύνδετα και συντονίζεται με τα Κυριακάτικα mood swings με την βοήθεια των ήχων
της pop, soul, electro, rock και ότι άλλο μας είναι απαραίτητο…

10 με 12: «Faraway, so close»/ ΡΟΗ ΑΡΓΥΡΗ. Άνοιξες, μπήκες, έκατσες. Απλά πράγματα. Και τώρα;
Δεν μπορώ να σε βγάλω από’ κει. Να σε κλείσω κάπου αλλού? Δεν φυλακίζω ποτέ.. Σε παρακαλώ όμως, δεν θέλω fake καταστάσεις, κάνε κάτι να προλάβουμε λίγη αγάπη. Μ’ ακούς?” Μέρος Β’

12 με 2 : «Ménière’s vertigo during the blue hour» / Psyche. Ολοφρεσκια εκπομπή, νέο πρόσωπο, ολοκαίνουργια φωνή, καινούργια συνεργάτης. Ανθρώπινο ον. Γένους θηλυκού. Μετρίου αναστήματος. Μετρίου βάρους. Άγνωστης προέλευσης και περιεχομένου. Η υπόληψή του είναι αμφίβολη. Ιδιαιτέρως κυκλοθυμικό και απρόβλεπτο, αλλά πάντα ακίνδυνο. Το ίδιο και οι μουσικές του επιλογές. Ας δούμε τι θ’ ακούσουμε.

Αν δεν μπορείτε να μας δείτε
Ακούστε μας
Αν δεν μπορείτε να μας ακούσετε
Φανταστείτε μας

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2011

Σ' ΑΓΑΠΩ


Σ’ αγαπώ. Το σχήμα δεν αναφέρεται στην ερωτική δήλωση, στην ομολογία, άλλα στην επαναλαμβανόμενη προφορά της ερωτικής κραυγής.

Σαν περάσει ή πρώτη ομολογία, “σ’ αγαπώ” δε θα πει πια τίποτε. Είναι, απλώς, μια επανάληψη του παλαιού μηνύματος (που ίσως μάλιστα να μη διοχετεύτηκε μέσα από τις λέξεις αυτές), πού γίνεται μ’ έναν τρόπο αινιγματικό γιατί φαντάζει τόσο κενός! Επαναλαμβάνω το μήνυμα ασχέτως καταλληλότητας των συνθηκών. Έτσι, το μήνυμα βγαίνει από την κοίτη της γλώσσας, εκτροχιάζεται, και τραβάει πού; Δε θα μπορούσα να αναλύσω την έκφραση αυτή και να μη γελάσω. Πώς! Έχουμε, λοιπόν, από τη μια μεριά το “εγώ”, από την άλλη το “εσύ”, και στη μέση ένα λογικό (εφόσον λεκτικό) δεσμό αγάπης; Ποιος δεν καταλαβαίνει ότι μια τέτοια ανάλυση, πού συμφωνεί ωστόσο με τη γλωσσολογική θεωρία, θα παραμόρφωνε αυτό πού εκστομίζεται με μια και μόνη κίνηση; Το αγαπώ δεν απαρέμφατο (κι αν σχηματίζει τούτο οφείλεται μόνο μεταγλωσσικό τέχνημα): υποκείμενο και αντικείμενο συναρμόζονται μέσα στη λέξη τη στιγμή πού την προφέρουμε. Το σ’ αγαπώ πρέπει να εννοηθεί (και εδώ: διαβαστεί) σαν να ήταν, π.χ., η ουγγαρέζικη έκφραση πού δηλώνει μονολεκτικά: szeretlek. Στην περίπτωση αυτή ή γαλλική γλώσσα, αποποιούμενη την ωραία της αρετή πού λέγεται αναλυτικότητα, θα γινόταν μια γλώσσα συγκολλητική (γιατί περί συγκολλήσεως, ακριβώς, πρόκειται). Το συγκρότημα αυτό καταρρέει με την παραμικρή συντακτική αλλοίωση. Κείται, σαν να λέμε, εκτός συντακτικού και δεν προσφέρεται σε κανένα δομικό μετασχηματισμό. Δεν ισοδυναμεί διόλου με τα υποκατάστατα του, πού ο συνδυασμός τους, ωστόσο, θα μπορούσε να παραγάγει το ίδιο νόημα. Είναι δυνατόν, μέρες ολόκληρες, να λέω σ’ αγαπώ, χωρίς ποτέ ίσως να μπορώ να περάσω στο “τον αγαπώ”: αρνούμαι να υποτάξω τον άλλον σε μια σύνταξη, σε μια κατηγορηματική διατύπωση, σε μια γλώσσα (μόνη προϋπόθεση του σ’ αγαπώ είναι η απεύθυνσή του, ή επαύξησή του μ’ ένα κύριο όνομα: Αριάδνη, σ’ αγαπώ, λέει ο Διόνυσος).

2. Το σ’ αγαπώ δεν έχει χρήσεις. Ή λέξη αυτή, όπως και οι λέξεις πού προφέρει το παιδί, δεν υπόκειται σε κανένα κοινωνικό καταναγκασμό. Μπορεί να είναι μια λέξη θεσπέσια, επίσημη, ανάλαφρη· μπορεί όμως να είναι και μια λέξη ερωτική, πορνογραφική. Από κοινωνική άποψη πρόκειται για μια λέξη-μπαλαντέρ.

Το σ’ αγαπώ δεν έχει αποχρώσεις. Καταργεί τις εξηγήσεις, τις διευθετήσεις, τις βαθμίδες, τις λεπτολογίες. Κατά κάποιον τρόπο – άμετρο παράδοξο της γλώσσας -λέγοντας σ’ αγαπώ είναι σαν να παραδέχομαι ότι δεν υπάρχει κανένα θέατρο της ομιλίας, και ότι η λέξη αυτή είναι πάντα αληθής (δεν έχει άλλο αναφερόμενο από την προφορά της: είναι ένας τελεστικός γλωσσότυπος).

Το σ’ αγαπώ δεν έχει πέραν. Είναι ή λέξη της δυάδας (μητρικής, ερωτικής)· μέσα της, καμιά απόσταση, καμιά παραμόρφωση δεν έρχεται να χαράξει το σημείο- δεν είναι μεταφορά κανενός πράγματος.

Το σ’ αγαπώ δεν είναι φράση: δε μεταβιβάζει ένα νόημα, αλλά αγκιστρώνεται σε μια οριακή κατάσταση: “αυτήν όπου το υποκείμενο αιωρείται σε μια σχέση αντικατοπτρισμού με τον άλλο”. Είναι μια ολόφραση.

(Μόλο πού λέγεται δισεκατομμύρια φορές, το σ’ αγαπώ κείται εκτός λεξικού· είναι ένα σχήμα λύγου πού ο ορισμός του δεν μπορεί να υπερβεί την απλή τιτλοφόρηση.)

Η λέξη (ή φράση-λέξη) έχει νόημα μονό τη στιγμή πού την ξεστομίζω. Δεν υπάρχει μέσα της άλλη πληροφορία πέρα απ’ αυτά πού δηλώνει άμεσα: καμιά διαφύλαξη, καμιά αποθήκευση νοήματος. Τα πάντα περιέχονται στην εκστόμιση: πρόκειται για ένα “φραστικά τύπο”, πού όμως δεν αντιστοιχεί σε κανένα τυπικό’ οι συνθήκες υπό τις όποιες λέω σ’ αγαπώ δεν μπορούν να ταξινομηθούν: το σ’ αγαπώ είναι απερίσταλτο και απρόβλεπτο.

Σε ποια γλωσσική τάξη ανήκει, λοιπόν, αυτή ή αλλόκοτη οντότητα, αυτό το γλωσσικό τέχνημα, το υπερβολικά φρασεοποιημένο για να σχετίζεται με την ενόρμηση, το υπερβολικά κραυγαλέο για να σχετίζεται με τη φράσης Δεν πρόκειται ούτε για εκατό τοις εκατό εκφερόμενο (μέσα του δεν υπάρχει κανένα μήνυμα απολιθωμένα αποθηκευμένο, μουμιοποιημένο, έτοιμο να υποστεί ανατομία), ούτε για εκφορά (τα υποκείμενο δεν υποκύπτει στον εκβιασμό του παιχνιδιού της συνομιλίας). σχήμα αυτό θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε προφορά. Στην προφορά δεν υπάρχει επιστημονική διάσταση: το σ’ αγαπώ δεν εξαρτάται ούτε από τη γλωσσολογία ούτε από τη σημειολογία. Διέπουσα αρχή του (δάση για να το εκφράσουμε) θα ήταν μάλλον ή Μουσική. “Όπως ακριβώς στο τραγούδι, έτσι και στην προφορά του σ’ αγαπώ, ο πόθος ούτε απωθείται (όπως στο εκφερόμενο) ούτε αναγνωρίζεται (εκεί πού δεν το περιμένεις, όπως στην εκφορά), αλλά απλώς γίνεται αντικείμενο ηδονής. Ή ηδονή δε λέγεται, όμως ή ίδια μιλά και λέει: σ’ αγαπώ.

4. Για τα σ’ αγαπώ υπάρχουν πολλές απαντήσεις κοσμικού χαρακτήρα: “εγώ όχι”, “δε σε πιστεύω”, “γιατί μου το λες;”, κτλ. Όμως ή πραγματική απόρριψη περιέχεται στην απόκριση: “δεν υπάρχει απάντηση”. Καταργούμαι ανέκκλητα όταν απορρίπτομαι όχι μόνον ως αιτών αλλά και ως ομιλούν υποκείμενο (υπό την τελευταία ιδιότητα εξουσιάζω τουλάχιστον τους φραστικούς τύπους). Μου αρνούνται όχι την αίτηση μου, αλλά τη γλώσσα μου, τον έσχατο μυχό της ύπαρξής μου. Ως προς την αίτηση, μπορώ να περιμένω, να την επαναφέρω, να τη διατυπώσω εκ νέου. Άλλα όταν μου αποστερούν την εξουσία να ρωτώ, είμαι σαν πεθαμένος για πάντα. “Δεν υπάρχει απάντηση”, διαμηνύει ή Μητέρα, μέσω της Φρανσουάζ, στο νεαρό προυστικό αφηγητή, ο όποιος ταυτίζει τότε τον εαυτό του με τη “δύστυχη κύρη” που την ξεφορτώνεται ο θυρωρός του εραστή της: η Μητέρα δεν είναι απαγορευμένη, είναι περίφρακτη, κι εγώ τρελαίνομαι.

5. Σ’ αγαπώ. – Κι εγώ.

Το κι εγώ δεν είναι εντελής απάντηση, γιατί το εντελές δεν μπορεί παρά να είναι τυπικό, κι εδώ ο τύπος είναι λειψός, με την έννοια ότι δεν επαναλαμβάνει κατά γράμμα την προφορά – και είναι ίδιον της προφοράς να υπάρχει κατά γράμμα. ‘Ωστόσο, ως φαντασίωση έστω, ή απάντηση αύτη αρκεί για να μπει σε κίνηση ένας ολόκληρος λόγος της αγαλλίασης: αγαλλίασης πολύ πιο έντονης αφού προκύπτει από μια μεταστροφή: ο Σαιντ-Πρε ανακαλύπτει ξαφνικά, ύστερα από κάποιες αφ’ υψηλού αρνήσεις, ότι ή Ζυλί τον αγαπά. Είναι ή τρελή αλήθεια, πού δεν προκύπτει από συλλογισμό, αργή προετοιμασία, αλλά από έκπληξη, έγερση (σατόρι), μεταβολή. Το προυστικό παιδί – ζητώντας να ‘ρθει ή μητέρα του να κοιμηθεί στο δωμάτιο του – θέλει ν’ αποκτήσει αυτό το κι εγώ: το θέλει τρελά, με τον τρόπο ενός τρελού. Και το κερδίζει τελικά ένεκα μεταστροφής, συγκεκριμένα χάρη στην παράξενη απόφαση του Πατέρα, πού του παραχωρεί τη Μητέρα (“Πες, λοιπόν, στη Φρανσουάζ να σου ετοιμάσει το μεγάλο κρεβάτι και κοιμήσου απόψε μαζί του”).


6. “Έχω τη φαντασίωση αυτού πού εμπειρικά είναι ανέφικτο: οι δύο προφορές μας ξεστομίζονται ταυτόχρονα: ή μια δεν έπεται της άλλης, για να πεις ότι εξαρτάται απ’ αυτήν. Ή προφορά δε θα μπορούσε να είναι διπλή (υποδιπλασιασμένη): το μόνο πού της αρμόζει είναι η ενιαία αστραπή, όπου σμίγουν δύο δυνάμεις (αν παρέμεναν χωριστές, αφιστάμενες, δε θα ξεπερνούσαν το όριο μιας συνηθισμένης συμφωνίας). Γιατί ή ενιαία αστραπή, επιτυγχάνει αυτό το ανήκουστο: καταργεί κάθε έννοια λογιστικής. Ή ανταλλαγή, το δώρο, ή κλοπή (οι μόνες γνωστές μορφές της οικονομίας) προϋποθέτουν, καθεμιά με τον τρόπο της, ετερογενή αντικείμενα και μια χρονική απόσταση: ανταλλάσσω τον πόθο μου με κάποιο άλλο πράγμα – προς τούτο απαιτείται πάντα ο χρόνος της μεταβίβασης. Με την ταυτόχρονη προφορά θεμελιώνεται μια κίνηση πού το πρότυπο της είναι κοινωνικά άγνωστο, αδιανόητο: ούτε ανταλλαγή, ούτε δώρο, ούτε κλοπή, η προφορά μας, πού εκδηλώνεται με τη μορφή διασταυρούμενων πυρών, ορίζει μια δαπάνη πού δεν επιρρίπτεται πουθενά και πού ο συμμερισμός της αναιρεί οποιαδήποτε σκέψη περί σχηματισμού αποθεμάτων: ο ένας, μέσω του άλλου, εισδύουμε στην περιοχή του απόλυτου υλισμού.

7. Το κι εγώ εγκαινιάζει μια μετάλλαξη: οι παλαιοί κανόνες καταρρέουν, τα πάντα είναι δυνατά – ακόμη κι αυτό: να αρνηθώ να σε κατέχω.

Κοντολογίς, πρόκειται για μια επανάσταση – πού δεν απέχει, ίσως, από την πολιτική επανάσταση: γιατί, και στη μια και στην άλλη περίπτωση, ή φαντασίωση μου έχει να κάνει με το απόλυτο Νέο: ο (ερωτικός) ρεφορμισμός δε με διεγείρει. και ή αποθέωση του παράδοξου είναι πώς αυτό το αμιγές Νέο βρίσκεται στην άκρη του πιο φθαρμένου στερεότυπου (μόλις χτες το βράδυ το άκουγα να προφέρεται και πάλι σ’ ένα θεατρικό έργο της Σαγκάν: μια βραδιά στις δυο, ακούς στην τηλεόραση να λένε: σ’ αγαπώ).

8. – Κι αν το σ’ αγαπώ δεν το ερμήνευα; “Αν δεν έβλεπα την προφορά ως σύμπτωμα;

- Κακό δικό σας: δεν τονίσατε εκατό φορές το αφόρητο της ερωτικής δυστυχίας, την ανάγκη να ξεφύγεις απ’ αυτήν; “Αν γυρεύετε τη “γιατρειά”, πρέπει να πιστεύετε στα συμπτώματα και ως ένα απ’ αυτά να θεωρήσετε και το σ’ αγαπώ. Πρέπει να ερμηνεύετε, πάει να πει, στο τέλος-τέλος, να υποτιμάτε.

- Τι να σκεφτούμε, τελικά, για το βάσανο; Πώς να το συλλογιστούμε, να το αξιολογήσουμε; Το βάσανο ανήκει αναγκαστικά στην περιοχή του κακού; Το ερωτικό βάσανο δεν επιδέχεται, άραγε, παρά μόνο μια αντενεργό υποτιμητική (πρέπει να υποταχθώ στην απαγόρευση) αντιμετώπιση; Μπορούμε, αντιστρέφοντας την αξιολόγηση, να φανταστούμε μια τραγική αντίληψη του ερωτικού βασάνου, μια τραγική κατάφαση του σ’ αγαπώ; Κι αν τοποθετούσαμε (επανατοποθετούσαμε) την (ερωτική) αγάπη στον αστερισμό του Δραστικού;

9. Έτσι, προκύπτει μια νέα άποψη για το σ’ αγαπώ. Το σ’ αγαπώ δεν είναι σύμπτωμα, είναι δράση. Προφέρω για να απαντήσεις – και η υπερακριβής μορφή (το γράμμα) της απάντησης θα αποκτήσει μια πρακτική αξία, σαν να πρόκειται για ένα φραστικό τύπο. Δεν αρκεί, λοιπόν, να μου αποκριθεί ο άλλος με ένα απλό, έστω και θετικό (“κι εγώ”) σημαινόμενο: το εγκαλούμενο υποκείμενο πρέπει να δεχτεί να διατυπώσει, να προφέρει το σ’ αγαπώ πού του απευθύνω: Σ’ αγαπώ, λέει ο Πελλέας. – Κι εγώ σ’ αγαπώ, λέει η Μελισσάνθη. Ή επιτακτική παράκληση του Πελλέα (μπορούμε να υποθέσουμε ότι ή απάντηση της Μελισσάνθης υπήρξε ακριβώς αυτή πού περίμενε, πράγμα πιθανό γιατί αμέσως μετά πεθαίνει) εκκινεί από την ανάγκη πού νιώθει το ερωτευμένο υποκείμενο, όχι μόνο να το αγαπούν ανταποδοτικά, να το γνωρίζει, να είναι βέβαιο γι’ αυτό, κτλ. (όλες αυτές οι λειτουργίες δεν υπερβαίνουν το επίπεδο του σημαινόμενου), αλλά και ν’ ακούει να τον το λένε μ’ έναν τρόπο εξίσου καταφατικό, πλήρη και αρθρωμένο με το δικό του: αυτό πού θέλω είναι να δεχτώ στα ίσια, ολοκληρωτικά, κατά γράμμα, χωρίς διαφυγές, το φραστικό τύπο, το αρχέτυπο του ερωτόλογου: δεν υπάρχει συντακτική διαφυγή, ούτε παραλλαγή – οι δύο λέξεις συνεκφέρονται, συμπίπτοντας σημαίνον προς σημαίνον (το κι εγώ θα ήταν ή τέλεια αντίθεση της ολόφρασης). Αυτό πού έχει σημασία είναι ή φυσική, σωματική, χειλική προφορά της λέξης: άνοιξε τα χείλη σου κι άσ’ την να βγει (γίνου αισχρός). Αυτό πού τρελά επιζητώ είναι ν’ αποκτήσω τη λέξη – τη μαγική, τη μυθική; Το Τέρας – μαγεμένο, πλην δέσμιο της ασχήμιας του -αγαπά την ‘Ωραία. Ή Ωραία, προφανώς, δεν αγαπά το Τέρας, αλλά, τελικά, νικημένη (δεν έχει σημασία από τι· ς πούμε: από τις συνομιλίες πού έχει με το Τέρας), του απευθύνει τη μαγική λέξη: “Σας αγαπώ, Τέρας”. Αμέσως, μέσα από την εξαίσια σχισμή ενός αρπισμού, εμφανίζεται ένα νέο υποκείμενο. Ή ιστορία αυτή, θα πείτε, είναι αρχαϊκή… Ορίστε, λοιπόν, μια άλλη: κάποιος υποφέρει επειδή τον παράτησε ή γυναίκα του. θέλει να τη δει να γυρίζει, θέλει – συγκεκριμένα -, να του πει σ’ αγαπώ, τρέχει κυνηγώντας τη λέξη. Τελικά, εκείνη του το λέει κι αυτός πεθαίνει. Πρόκειται για μια κινηματογραφική ταινία του 1975. Και να πάλι ο μύθος: ο Ιπτάμενος Ολλανδός περιπλανιέται, αναζητώντας τη λέξη· αν την αποκτήσει (μέσω όρκου πίστεως), θα πάψει να τριγυρνά (αυτό πού ενδιαφέρει το μύθο δεν είναι η εμπειρία της πίστης, είναι η προφορά, το άσμα της).


10. Μοναδικό συναπάντημα (στο επίπεδο της γερμανικής γλώσσας): μέσα σε μια και την αυτή λέξη (Bejahung) δύο καταφάσεις: η μία, πού την επισημαίνει ή ψυχανάλυση, γίνεται αντικείμενο μείωσης (η πρώτη κατάφαση του παιδιού πρέπει να γίνει αντικείμενο άρνησης για να υπάρξει προσπέλαση του υποσυνειδήτου)· η άλλη, που τη διατύπωσε ο Νίτσε, είναι τρόπος της βούλησης για δύναμη (τίποτε το ψυχολογικό, κι ακόμα λιγότερο, το κοινωνικό), παραγωγή της διαφοράς· το ναι αυτής της κατάφασης αποβαίνει αθώο (προσαρτά το αντενεργό στοιχείο): είναι το αμήν.

Το σ’ αγαπώ είναι ενεργητικό. Επιβεβαιώνεται ως δύναμη έναντι άλλων δυνάμεων. Ποιών δυνάμεων; Χίλιες δυο δυνάμεις υπάρχουν στον κόσμο πού είναι, όλες τους, δυνάμεις μειωτικές (ή επιστήμη, ή κοινή γνώμη [δόξα], ή πραγματικότητα, ή λογική, κλπ.). Ή ακόμη: έναντι του γλωσσικού οργάνου. Το αμήν κείται στο όριο του γλωσσικού οργάνου, δε μετέχει στο σύστημα του και του αφαιρεί τον “αντενεργό μανδύα” του. “Όμοια και ή ερωτική προφορά (σ’ αγαπώ) στέκεται στο όριο της σύνταξης, προσδέχεται την ταυτολογία (σ’ αγαπώ θα πει σ’ αγαπώ), αποκλείει τη δουλικότητα της Φράσης (είναι απλά και μόνο μια ολόφραση). Ως προφορά, το σ’ αγαπώ δεν είναι σημείο, αλλά λειτουργεί εναντίον των σημείων. Αυτός πού δε λέει σ’ αγαπώ (πού μέσα από τα χείλη του το σ’ αγαπώ δε θέλει να περάσει), είναι καταδικασμένος να εκπέμπει τα πολλαπλά, αβέβαια, αμφίβολα, φειδωλά σημεία του έρωτα, τους δείκτες του, τις “αποδείξεις” του: χειρονομίες, βλέμματα, αναστεναγμοί, υπαινιγμοί, ελλειπτικά σχήματα: πρέπει να παραδώσει τον εαυτό του στην ερμηνεία. Το υποκείμενο αυτό εξουσιάζεται από την αντενεργό διέπουσα αρχή των ερωτικών σημείων, είναι αλλοτριωμένο μέσα στο δουλικό κόσμο της γλώσσας με την έννοια ότι δεν τα λέει όλα (δούλος είναι αυτός που ‘χει κομμένη γλώσσα και δεν μπορεί να μιλά παρά μόνο με νεύματα, εκφράσεις, μορφασμούς). Τα “σημεία” του έρωτα εκτρέφουν μια τεράστια αντενεργό φιλολογία: ο έρωτας αναπαριστάνεται, ανάγεται σε μιαν αισθητική των επιφάσεων (σε τελική ανάλυση, ο Απόλλων είναι αυτός πού συγγράφει τα ερωτικά μυθιστορήματα). Ως αντισημείο, το σ’ αγαπώ ανήκει στην περιοχή του Διονύσου: το βάσανο δε γίνεται αντικείμενο άρνησης (το ίδιο ισχύει και για το παράπονο, την αηδία, τη μνησικακία), αλλά απλώς, δια της προφοράς, δεν εσωτερικεύεται: λέω σ’ αγαπώ (και το επαναλαμβάνω), σημαίνει εξοβελίζω το αντενεργό στοιχείο, το παραπέμπω στον κουφό και θρηνώδη κόσμο των σημείων – των λεκτικών περιστροφών (κόσμο πού δεν παύω, ωστόσο, ποτέ να διασχίζω).

Ως προφορά, το σ’ αγαπώ ανήκει στην περιοχή της δαπάνης. Όσοι αποζητούν την προφορά της λέξης (λυρικοί, ψεύτες, πλανήτες), είναι υποκείμενα της Δαπάνης: δαπανούν τη λέξη, σάμπως να ήταν ιταμό (ποταπό) πράγμα ή επανάκτηση της σε οποιοδήποτε χώρο. Βρίσκονται στο ακραίο όριο της γλώσσας, εκεί όπου ή ίδια ή γλώσσα (και ποιος άλλος θα το ‘κάνε στη θέση της;) αναγνωρίζει πως είναι ανέγγυος, πώς δουλεύει χωρίς προστατευτικό δίχτυ.


Η ερωτική χαύνωση

Χαύνωση. Λεπτή κατάσταση του ερωτικού πόθου. Βιώνεται όταν έχουμε κενό πόθου, και είναι άσχετη με οποιαδήποτε επιθυμία κατοχής.

1. Ο Σάτυρος λέει: θέλω ο πόθος μου να ικανοποιηθεί αμέσως. Όταν βλέπω ένα πρόσωπο παραδομένο στον ύπνο, ένα στόμα μισάνοιχτο, ένα χέρι να κρέμεται, θα ήθελα να ‘χω τη δύναμη να τον χιμήξω. ο Σάτυρος -σχήμα του
Άμεσου – είναι ακριβώς το αντίθετο του Χαυνωμένου. Στη χαύνωση απλώς περιμένω: “Δεν είχε σταματημό ο πόθος μου για σένα”. (Ό πόθος βρίσκεται παντού. Άλλα, μέσα στην ερωτική κατάσταση, αποβαίνει κάτι το πολύ ειδικό: χαύνωση)

2. “κι εσύ πες μου λοιπόν έτερον μου θα μου αποκριθείς επιτέλους πλήττω εξαιτίας σου σε θέλω ονειρεύομαι εσένα για σένα εναντίον σου απάντησε μου το όνομα σου άρωμα διάχυτο το χρώμα σου λάμπει ανάμεσα στ’ αγκάθια κάνε την καρδιά μου να συνέρθει με οίνο δροσερό φτιάξε μου μια πρωινή καλύπτρα πνίγομαι κάτω απ’ αυτή τη μάσκα επιδερμίδα στεγνή ισοπεδωμένη τίποτε δεν υπάρχει εκτός από τον πόθο.”

3. “…γιατί μόλις σε δω για μια στιγμή, δεν μπορώ πια να αρθρώσω λέξη: αλλά ή γλώσσα μου γίνεται κομμάτια και, κάτω από το δέρμα μου, γλιστράει απότομα μια λεπτή φωτιά: τα μάτια μου χάνουν το βλέμμα τους, τ’ αυτιά μου βουίζουν, ο ιδρώτας αυλακώνει το κορμί μου, ένα ρίγος με κυριεύει σύγκορμη· γίνομαι πιο χλωμή κι από τη χλόη και, λίγο ακόμη, θα ‘λεγα ότι πεθαίνω .”

4. “Ή ψυχή μου, όταν αγκάλιαζα τον Αγάθωνα, ανέβαινε στα χείλη μου, σάμπως ή δύστυχη να έμελλε να κάνει πανιά γι’ άλλου”. Στην ερωτική χαύνωση κάτι φεύγει, ατέρμονα, σάμπως ο πόθος να μην ήταν παρά μια αιμορραγία. Ιδού ή ερωτική κόπωση: μια πείνα ακόρεστη, ένας χαίνων έρωτας. Ή ακόμη: όλο μου το εγώ σύρεται, μεταβιβάζεται στο αγαπημένο αντικείμενο, πού παίρνει έτσι τη θέση του εγώ. Ή χαύνωση πρέπει να είναι αυτή ή εξουθενωτική μετάβαση από τη ναρκισσική στην άντικειμενοπαγή λίμπιντο. (Πόθος του απόντος, πόθος του παρόντος: ή χαύνωση προβάλλει σε διπλοτυπία τους δύο πόθους, φέρει την απουσία εντός της παρουσίας. Εξ ου μια αντιφατική κατάσταση: το “γλυκό κάψιμο”.)
ΣΥΜΠΟΣΙΟ: Δίστιχο του Πλάτωνος στον Αγάθωνα, 21-22.
ΒΕΡΘΕΡΟΣ: “Του δύστυχου ή ζωή σβήνει λίγο-λίγο μέσα σε μια παθολογική χαύνωση πού τίποτε δεν μπορεί να την ανακόψει” (48). ΡΟΥΣΜΠΡΟΚ: “Όταν το ον διεγείρεται, προσφέροντας ό,τι μπορεί αλλά μην κατακτώντας αυτό πού θέλει, παράγεται ή πνευματική χαύνωση” (1β).
Φρόιντ: “Το μεγαλύτερο μέρος της λίμπιντο μεταβιβάζεται στο αντικείμενο το οποίο παίρνει έτσι, σ’ ένα ποσοστό, τη θέση του εγώ. Τούτο συμβαίνει μόνο όταν έχουμε πληρότητα ερωτικών διαθέσεων” (Επίτομο εγχειρίδιο ψυχανάλυσης,


Η ερωτική επιστολή
ΕΠΙΣΤΟΛΗ. Το σχήμα αναφέρεται στην ιδιαίτερη διαλεκτική της ερωτικής επιστολής. Ή ερωτική επιστολή είναι κενή (κωδικοποιημένη) και ταυτόχρονα εκφραστική (φορτισμένη με την επιθυμία να σημάνει τον πόθο).

1. Όταν ο Βέρθερος (πού υπηρετεί “παρά τω Πρέσβει”) γράφει στην Καρλότα, ή επιστολή του ακολουθεί το έξης πλάνο: 1. Τι χαρά να σε σκέφτομαι! 2. Βρίσκομαι εδώ σ’ έναν κύκλο κοσμικό και, δίχως εσένα, νιώθω πολύ μόνος. 3. Συνάντησα κάποιαν (π.χ., τη δεσποινίδα Β…) πού σου μοιάζει, και με την όποια μπορώ να κουβεντιάζω για σένα. 4. Εκφράζω την ευχή να ξανανταμώσουμε. – Μια και μόνη πληροφορία παραλλάσσεται σαν θέμα μουσικό: σε σκέφτομαι.

Τι θα πει “σκέφτομαι κάποιον”; θα πει: τον λησμονώ (χωρίς λήθη είναι ανέφικτη ή ζωή) και αφυπνίζομαι συχνά από τούτη τη λησμονιά. Πολλά πράγματα, με τρόπο συνειρμικό, σε επαναφέρουν στο λόγο μου. “Σε σκέφτομαι” δε σημαίνει τίποτ’ άλλο έξω απ’ αύτη τη μετωνυμία. Γιατί, καθαυτή, τούτη ή σκέψη είναι κενή: δε σε σκέφτομαι· απλώς, φροντίζω να σε κάνω να επιστρέψεις (σε βαθμό ευθέως ανάλογο μάλιστα με το πόσο σε λησμονώ). Αύτη τη μορφή (αυτό το ρυθμό) ονομάζω “σκέψη”: δεν έχω να σον πω τίποτε μόνο πού αυτό το τίποτε σε σένα είναι πού το λέω:

“Γιατί, ξανά, καταφεύγω στη γραφή; Αγαπημένη, μη με ρωτάς τόσο αδυσώπητα Γιατί ειν’ αλήθεια πώς τίποτε δεν έχω να σου πω. Άλλα, τ’ αγαπημένα χέρια σου, όπως και να ‘ναι, θα δεχτούν το σημείωμα αυτό”.

(“Να σκεφτώ τον Ύμπέρ” γράφει, κωμικά, στο σημειωματάριο του ο αφηγητής των ‘Ελών, πού είναι το βιβλίο του Τίποτε.)

“Καταλάβετε”, γράφει ή μαρκησία ντε Μερτέιγ, “πώς όταν γράφετε σε κάποιον, το κάνετε γι? αυτόν κι όχι για σας. Έτσι, επιδίωξη σας δεν πρέπει να είναι να του πείτε αυτό πού σκέφτεστε εσείς, αλλά αυτό πού αρέσει περισσότερο σ’ εκείνον. Ή μαρκησία δεν είναι ερωτευμένη, γι’ αυτό υποστηρίζει την αλληλογραφία, δηλαδή μια τακτικού χαρακτήρα επιχείρηση, προορισμένη να προασπίζει θέσεις, να διασφαλίζει κατακτήσεις. Ή επιχείρηση αυτή οφείλει να αναγνωρίσει τους τόπους (τα υποσύνολα) του αντίπαλου συνόλου – πάει να πει, να κατακερματίσει την εικόνα του άλλου σε διάφορα σημεία πού θα επιχειρήσει να θίξει ή επιστολή (πρόκειται, λοιπόν, για μιαν αντιστοιχία, με τη μαθηματική, σχεδόν, έννοια του όρου). ‘Όμως, για τον ερωτευμένο, ή επιστολή δεν έχει τακτική άξια: είναι καθαρά εκφραστική – για την ακρίβεια, κολακευτική (αλλά ή κολακεία

εδώ δεν είναι διόλου ιδιοτελής: είναι άπλα και μόνο ή λαλιά της αφοσίωσης). Εμπλέκομαι με τον άλλον σε μια σχέση όχι σε μιαν αλληλογραφία: ή σχέση διασυνδέει δυο εικόνες. Είσαι παντού, ή εικόνα σου είναι ολική, γράφει, με διάφορους τρόπους, ο Βέρθερος στην Καρλότα.

Ως πόθος, ή ερωτική επιστολή προσμένει την απάντηση. Επιβάλλει έμμεσα στον άλλον να αποκριθεί, διαφορετικά ή εικόνα του αλλοιώνεται, γίνεται άλλη. Αυτό το εξηγεί αυστηρά ο νεαρός Φρόιντ στη μνηστή του: “Δε θέλω, ωστόσο, να παραμένουν μονίμως αναπάντητα τα γράμματα μου. θα σταματήσω αμέσως να σου γράφω αν δε μου απαντήσεις. Συνεχείς μονόλογοι γύρω από ένα πλάσμα αγαπημένο, πού δεν τους διορθώνει ούτε τους τροφοδοτεί το πλάσμα αυτό, οδηγούν σε σφαλερές απόψεις ως προς τις αμοιβαίες σχέσεις. Έτσι, γινόμαστε πια ξένοι ο ένας για τον άλλον όταν ξαναβρισκόμαστε, κι ανακαλύπτουμε πώς τα πράγματα είναι διαφορετικά απ’ ό,τι τα φανταζόμασταν μην έχοντας καμιά επιβεβαίωση”.

(Αυτός πού θα αποδεχόταν τις “αδικίες” της επικοινωνίας, αυτός πού θα συνέχιζε να μιλά ανάλαφρα, τρυφερά, χωρίς να εισπράττει απάντηση, αυτός θα κατακτούσε μιαν υψηλή βαθμίδα κυριαρχίας: την κυριαρχία πού χαρακτηρίζει τη Μητέρα.)

Ρολάν Μπάρτ
Αποσπάσματα του Ερωτικού Λόγου

ΣΑΒΒΑΤΟ ΣΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ


Tο μενού σήμερα, έχει τα εξής πιάτα ημέρας :
2 με 4 : «A FISTFULL OF VINYLS». Ο Μανόλης Χρυσάνθου και η Στέλλα Νούτσου αναλαμβάνουν να καταπραΰνουν το πιο διφορούμενο δίωρο της ημέρας. Υπό τους ήχους μελωδιών που ημερεύουν ψυχή και σώμα η Στέλλα κι ο Μανόλης διαφωνούν και τελικά κατασταλάζουν στο μουσικό soundtrack που θα μας κάνει να νοσταλγήσουμε, να φανταστούμε, να ταξιδέψουμε, να αγαπήσουμε και να αισθανθούμε για μια φορά ακόμα υπέροχοι θνητοί.
4 με 6 « Ο ΠΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΑΙΦΕΛ» του αεικίνητου Bill Hunchback σε απογευματινούς περιπάτους, με πρωινούς προβληματισμούς και νυχτερινές απορίες και φιλοδοξεί να μετατρέψει το νωχελικό σας απόγευμα σε μια ανήσυχη ενασχόληση και να σας κάνει να νιώσετε λίγο ηλεκτρισμό εν μέσω φθινοπώρου.
6 με 8 : «Three Legged Dog» / ΠΑΝΟΣ ΤΡΑΓΟΣ. Ένα ταξίδι με συνοδούς εφιάλτες, μελαγχολία, παράνοια και νοσταλγία. Το πρώτο ηχητικό ταξίδι που προσφέρεται για ψυχανάλυση, αυτοκριτική και ενδοσκόπηση….
8 με 10: «Strictly Weird Tales»! Η μονίμως μαυροφορεμένη ηρωίδα αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, η Ορέστεια μέσα από την εκπομπή της «Strictly Weird Tales» θα δώσει φιλιά σε πολλούς βατράχους ψάχνοντας μαγεμένους μεταμορφωμένους πρίγκιπες, γιατί τα παραμύθια λένε πάντα την αλήθεια και
καλωσορίζουν το φεγγάρι.
10 με 12: «Ένα Υπέροχο Εμβρυακό Ταξίδι» με τον BILL HUNCHBACK που βλέπει τη ζωή σαν ένα ατέλειωτο μυστήριο κι ατενίζει τον κόσμο από ψηλά με προοπτική, χαμόγελο και αισιοδοξία (τόσο που αναρωτιόμαστε για τη διανοητική του σταθερότητα). . Μαζί απίστευτη μουσική
12 με 2: « F(reaking)_Rock Show!!!» Μεσάνυχτα: Η στιγμή από τη μία μέρα στην άλλη, η ώρα που ξυπνάνε τα ξωτικά, τα αερικά, τα φαντάσματα… Με αφορμή το ρολόι που χτυπάει δώδεκα ακριβώς τα μεσάνυχτα στο παραμύθι, η Άννα Δήμου ανάβει τα κεριά της και συνωμοτεί με το σκοτεινό τμήμα του μυαλού, ταξιδεύοντας χωρίς αποσκευές σε στιγμές που πέθαναν παλιά, σε στιγμές που δεν έχουν γεννηθεί ακόμα… Με καλπάζουσες Metal μελωδίες επισκέπτεται πέτρινα κάστρα και μυστηριώδη δάση, συναντά την Κυρά της Λίμνης και με το Μέρλιν στο πλευρό της διώχνει τα πέπλα ομίχλης που κρύβουν τη νήσο Άβαλον. Για δύο ώρες (24:00 – 02.00 π.μ.) η μουσική γίνεται λέξεις, οι λέξεις γίνονται εικόνες. Κλείνουμε τα μάτια και ζούμε τη ζωή στο όνειρο…
Αν δεν μπορείτε να μας δείτε
Ακούστε μας
Αν δεν μπορείτε να μας ακούσετε
Φανταστείτε μας

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2011

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΜΕ ΚΑΠΝΟΥΣ


Το μενού σήμερα, έχει τα εξής πιάτα ημέρας :

1 με 2 : «MΟΛΙΣ ΞΥΠΝΗΣΑ» . Ο ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ, η ψυχή του MUZINE, του πιο όμορφου και καλαίσθητου μουσικού περιοδικού που βγήκε ποτέ στη χώρα μας, ανοίγει τα μάτια του κι ανοίγει την μέρα μας με μουσικές πανέμορφες, χωρίς πολλά λόγια, με πολλά δώρα κάθε λογής και πολύ γενναιοδωρία. Μουσική και καλή καρδιά.

2 με 4 «Darling». Η Έλενα Τριαντάφυλλου έχει μόνο γλυκές κουβέντες και τρυφερές μουσικές για τολμηρούς, για γενναίους, για όμορφους και μοιραίους, για ανθρώπους με ανοικτή καρδιά, με ανοικτό μυαλό, με ανοικτά αυτάκια και μπόλικη αυτάρκεια.

4 με 6 : «Εκτός Ορίων» / ΚΩΣΤΑΣ ΠΟΤΑΚΙΔΗΣ. Μέλημα μας να διαδώσουμε τη μουσική που αγαπάμε , να σας κρατήσουμε συντροφιά τις δύσκολες τούτες μέρες , να γίνουμε μια μεγάλη παρέα, ν αναβιώσουμε το όνειρο και να αποβάλουμε κάθε είδους κακός κείμενα της πραγματικότητας περισώζοντας ότι έχει απομείνει . Ελατέ μαζί μας σήμερα 6 – 8 να το κάνουμε πράξη .

6 με 8 : «BRAINESSANCE » Αναζητούμε περισσότερη αρμονία, τη σκιά και λίγο νερό να ξεδιψάσει η ψυχή μας, να δροσιστούν τα χείλη μας, να γίνει ο ήλιος φιλικό χάδι και η στρογγυλεμένη της μέρας σιγαλιά, μια τελεία στη μουσική του απείρου. Ενδιάμεσα εσείς κι εμείς κι ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΑΜΠΟΣ.

8 με 10 : ακούστε κι απολαύστε την εκπομπή «MUSICAL COMMUNION» που παρουσιάζει ο Constantine Kyrtsis από το Λονδίνο με απογειωτικές μουσικές που διαλέγει για εμάς πριν από εμάς και πολύ μετά από εμάς, για όλους εμάς… Σαν να πίνετε το ποτό σας στο Πικαντίλι Σίρκους, ένα πράγμα.

10 με 12: «Floating in Space» / ΡΟΥΜΠΙΝΗ ΝΑΤΣΗ.. Ο δρόμος ηταν γεμάτος φέιγ βολάν που έπεφταν δεκάδες από ψηλά. Κοίταξε κάτω και κούνησε το κεφάλι…
“Αχρείοι” σκέφτηκε, “μόνο να γεμίζετε τους δρόμους σκουπίδια ξέρετε. Και ποιός θα τα μαζέψει με τους καθαριστές τόσους μήνες απλήρωτους δεν σκέφτεστε…”
Σήκωσε ένα για να δει τι προπαγάνδες έσπειραν πάλι, αλλά το μόνο που έγραφε στο χαρτί ήταν:
“Τhe walls are closing in on me; so Ι’ve decided to take my work back up above; to stop it falling into the wrong hands…”
Το τσαλάκωσε και το ξαναπέταξε κάτω…

12 με 2 : Για μία και μόνο φορά η Άννα Δήμου βγάζει τη μεταλλική της εξάρτηση, φοράει glam ρούχα και φριζάρει το μαλλί… Σε ένα έκτακτο F(reaking) -80’s- Rock Show από τα μεσάνυχτα μέχρι τις 2.00 π.μ. θα χορέψουμε με hard/heavy rock τραγούδια που λατρεύουμε να μισούμε!

Αν δεν μπορείτε να μας δείτε
Ακούστε μας

Αν δεν μπορείτε να μας ακούσετε
Φανταστείτε μας

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2011

ΠΕΜΠΤΗ ΓΕΝΙΚΗΣ ΑΠΕΡΓΙΑΣ


Το μενού σήμερα, έχει τα εξής πιάτα ημέρας :

1 με 2 : «MΟΛΙΣ ΞΥΠΝΗΣΑ» . Ο ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ, η ψυχή του MUZINE, του πιο όμορφου και καλαίσθητου μουσικού περιοδικού που βγήκε ποτέ στη χώρα μας, ανοίγει τα μάτια του κι ανοίγει την μέρα μας με μουσικές πανέμορφες, χωρίς πολλά λόγια, με πολλά δώρα κάθε λογής και πολύ γενναιοδωρία. Μουσική και καλή καρδιά.

2 με 4: F(reaking)_Rock Show. Metal το μεσημέρι; Metal όλες τις ώρες θα απαντούσε η Άννα Δήμου και έτσι σήμερα κάνει “κατάληψη” στον αέρα του clipart radio και σας προσφέρει το μεσημεριανό σας με gourmet μουσικές που μπορούν να “γευθούν” και τα πιο εκλεπτυσμένα αφτιά… Ο μπουφές του F(reaking)_Rock Show θα είναι ανοιχτός από τις 2.00 έως τις 4.00 μ.μ. Τα υπόλοιπα στον αέρα..

4 με 6 : «025» / ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΡΑΝΟΥΔΑΚΗΣ. πας καλά παιδί μου? δεν έμαθες ακόμα ότι το αντίδοτο στην κρίση είναι ο ClipArt Radio? όχι όχι μη λες χαζά δεν το γράφει ο γιατρός στα συμπληρώματα διατροφής ναι ναι και ιχνοστοιχεία μετάλλων και ορυκτά και ginseng και ουφ με ζάλισες ρε τι καταλαβαίνεις τώρα θα σου διαβάσω τις οδηγίες από το κινητό μου τελειώνει κι η κάρτα έμπα και δες το clipartradio.gr και να σου πω άμα δεν μπαίνεις στο chat κάνεις μισές δουλειές το λέει και το κουτί απέξω δεν ολοκληρώνεις άντε ρε χαχαχα άντε να χαθείς πρωί πρωί χαχαχα σταμάτα ρε ναι είναι και κούκλες και κούκλοι και φωνάρες μπαίνεις εκεί που λέει συνεργάτες θα σταματήσεις τώρα εγώ σου μιλάω σοβ χαχαχα όχι πρέπει να το πάρεις πακέτο άμα θες αποτελέσματα δε διαλέγεις να σου πω μου τελειώνει η κα……………….

6 με 8 : «Darling». Η Έλενα Τριαντάφυλλου έχει μόνο γλυκές κουβέντες και τρυφερές μουσικές για τολμηρούς, για γενναίους, για όμορφους και μοιραίους, για ανθρώπους με ανοικτή καρδιά, με ανοικτό μυαλό, με ανοικτά αυτάκια και μπόλικη αυτάρκεια.

8 με 10: «ΤΙ ΕΙΧΑΜΕ ΤΙ ΧΑΣΑΜΕ» Μια δίωρη περιπλάνηση σε μουσικά μονοπάτια που έχουμε περπατήσει και έχουμε αγαπήσει, σε μονοπάτια καλά κρυμμένα που ΜΥΣΤΗΡΙΑΚΑ σας αποκαλύπτονται, ….. A Walk On The Wild Side!!! γιατί η Μουσική Είναι Μια. Μέσα από χιλιάδες βινύλια και CD στο ρόλο του οδηγού και εξερευνητή ο Σπύρος Χήρας. ……..All Aboard!!!

10 με 12: «Countdown to Zero» (μια “επιστημονική” εκπομπή) ο Γρηγόρης Κοσσυβάκης (aka Gregory the Sonic) θα εξερευνά τους δρόμους του γκαράζ, της ψυχεδέλειας αλλά και των μουσικών που οδήγησαν εκεί, η πήγασαν από εκεί με σκοπό ν’ αποδείξει την διαχρονικότητα του είδους και το πως, πολλά μουσικά κινήματα στην ουσία βασίστηκαν σε αυτό τον τρόπο έκφρασης. Το βασικό συστατικό του είδους βέβαια και το σημαντικότερο της εκπομπής , θα είναι το fun! fun! fun!

12 με 2: «EΛΑ ΣΤΟΝ ΘΕΙΟ» . Ο θρυλικός Θείος Νώντας μαζί σας, σαν ένας μεταμεσονύκτιος Δον Κιχώτης σας κρατά συντροφιά με μουσική, θα σας πει τη τύχη σας στο φλιτζάνι του καφέ, θα βρει δύο λόγια παρηγοριάς για όσα συμβαίνουν γύρω μας και γενικώς θα σας πει ιστορίες, απ΄αυτές που έλεγαν οι παππούδες στα εγγόνια μπροστά από το τζάκι, τις κρύες και μοναχικές νύχτες… σε έκτακτη εμφάνιση στο ρόλο του Σάντσο Πάντσα ο ξεπεσμένος αγενής Βαρόνος Όρσον.

Αν δεν μπορείτε να μας δείτε
Ακούστε μας
Αν δεν μπορείτε να μας ακούσετε
Φανταστείτε μας

ΖΩΗ ΧΩΡΙΣ ΖΩΗ


3 Απριλίου.

Ένα ωραίο βραδάκι ήταν σήμερα όταν αφίνοντας το βιβλίο, όχι με τη συνηθισμένη μου διάθεσι, βγήκα λίγο. Κάτι γράμματα επήρα από το γραφείο μου και μετά έναν περίπατο κάτω από τη σελήνη, γύριζα σπίτι πεζή. Η καρδιά μου χτυπούσε αργά και ζωηρά. Μια νοσταλγία γέμιζε τη ψυχή μου. Τι είχα; Κάτι ποθούσα, κάτι αόριστο μα που από στιγμή σε στιγμή μου παρουσιάζετο πειο καθωρισμένο. Νεαρά ζευγάρια ερωτευμένων περνούσαν από μπρος μου, κομψές σιλουέττες νεαρών κυριών, με ευγενείς φυσιογνωμίες με διάφορα εκφραστικά μάτια και σε κάθε τέτοια εμφάνισι ένας στεναγμός ανέβαινε στα χείλια μου.


Δεν βαστώ πλέον να υποφέρω για κάτι χαμένο, εσκεπτόμουν. Δεν βαστώ πλέον. Μου λείπει μια καρδιά που να πονή για μένα. Είνε τόσο ώμορφο βραδάκι και σε λίγα λεπτά θα κλειστώ στο σκοτεινό δωμάτιό μου. Τι θέλετε; δεν βαστώ πλέον, αν ένας διαβάτης σταματήση μπρος μου και μου δώση την καρδιά του μ’ έναν ώμορφο λόγο, θα φύγω μαζί του. Θα απολαύσω την αγάπη και ας πεθάνω αυτή τη βραδυά. Τη σκέψη μου αυτή που μου άνοιξε παλάτια μπρος μου, διέκοψε ένα κανονικό αλλά ζωηρό βάδισμα πίσω μου ένα μέτρο. Πέρασαν δέκα λεπτά που το άκουα στην ίδια απόστασι με τον ίδιο ρυθμό που περπατούσα κι’ εγώ. Δεν εγύριζα πίσω μου να ιδώ αλλά και αυτό δεν άλλαζε. Άλλαξα πεζοδρόμιο αλλά δεν άργησε έπειτα από λίγα λεπτά να ακουσθεί πάλι ακριβώς πίσω μου το ίδιο βάδισμα.

Γεμάτη έκπληξη, άφηνα την εξημμένη φαντασία μου να φτιάνη σκηνές και εικόνες! Ένας ιππότης υψηλός, λεπτός με ζωηρά εκφραστικά μάτια σταματούσε μπρος μου όταν οι διαβάτες θα αραίωναν και με ρωτούσε με ύφος διακριτικό “πως με λένε…”. Εζύγωνα σπίτι μου, το βήμα εξακολουθούσε πίσω μου πειο αργό. – Τι δειλός! – εσκεπτόμουν. Προσεποιήθηκα ότι θα έδενα την κορδέλλα στο γοβάκι μου κι’ έσκυψα. Επέρασε μια σκιά απ’ εμπρός μου… ω θεοί αιώνιοι!!… παρ’ ολίγο θα έπεφτα χάμω! Ένας ψηλός γέρος με μακρυά γενιάδα κι’ ένα ζεμπίλι με εργαλεία στα χέρια περπατούσε καμπουριασμένος! Τι όνειρο!
Μαρία Πολυδούρη (1902-1930)

ΕΝΑΣ ΑΚΟΜΗ ΧΡΟΝΟΣ CLIPARTRADIO

Ποιός θα μας το έλεγε;
Αυτό που ξεκίνησε ως αστείο μιας παρέας
κατέληξε να μετράει ένα χρόνο ζωής κιόλας…
… Ένα “ελεύθερο” πειρατικό ραδιόφωνο
που έμαθε να περπατάει πάνω στα κύματα..

Αυτόν τον ένα χρόνο αδιάκοπης συνεχούς
παρουσίας και προσπάθειας, το γιορτάσαμε
όλοι μαζί με μουσικές, ποτά
και χαμόγελα, για ένα βράδι
που θα το θυμόμαστε, τουλάχιστον ως του χρόνου…
και το ημερολόγιο έγραφε Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2011











































Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΩΣΤΗΣ ΜΟΣΚΩΦ

Αλλά έχω δημιουργήσει κι αλλού πάλι καταστάσεις τέτοιες κι αισθάνομαι δεν αισθάνομαι πολίτης του κόσμου, αισθάνομαι Έλληνας βέβαια και Ρωμιός, και μάλιστα με την ιδιαιτερότητα του Θεσσαλονικιού που είμαι, αλλά αισθάνομαι ότι αυτό που είχα στην Ελλάδα το δημιουργώ μέσα από ανθρώπινες σχέσεις και σε άλλα μέρη και το επεκτείνω. Και αυτό έχει μια ομορφιά! Δηλαδή, φτιάχνεις τη ζωή σου με μεγαλύτερη ποικιλία, με περισσότερες εκφορές. Τα ίδια πράγματα με πιο πολλές γλώσσες, με διαφορετικά ημιτόνια κάθε φορά. Θα έλεγα ότι λίγο-πολύ είμαι πεισματάρης. Ό,τι ήθελα στη ζωή μου το απέκτησα. Εκείνο βέβαια που πάντα θέλω πιο πολύ και είναι πράγμα που ίσως κανένας δεν μπορεί να τ’ αποκτήσει είναι, ακόμα πιο πολλή αγάπη, ακόμα πιο πολύ έρωτα. Και να παίρνω και να δίνω. Αυτό είναι ένα αλισβερίσι, όπως ξέρεις. Δηλαδή, θέλω το Θεό τον ίδιο, να αγαπήσω το Θεό τον ίδιο – να στο πω έτσι με λόγο θρησκευτικό -και αγαπάω τους αγγέλους του. Κι όχι τον ίδιο. Δεν μου δίνεται ο ίδιος ο Θεός, μου δίνονται οι προφήτες, οι αγγέλοι του. Ε, είναι ένας πλούτος, ίσως, να αισθάνεσαι αυτήν την έλλειψη. Μπορώ να την αισθάνομαι αυτήν την έλλειψη από τη συνείδησή της. Αλλά είναι και μια φτώχεια. Δηλαδή νοιώθω ανικανοποίητος. Ικανοποιημένος για πολλά, ανικανοποίητος για όλο και περισσότερα. Πάντα υπάρχει περιθώριο, βεβαίως, να καλυφθεί. Πάντα υπάρχει περιθώριο! Και ξέρεις, μεγαλώνοντας κανένας καταλαβαίνει πιο πολύ. Μπορεί βιολογικά να γερνάει, στα 57, αν μπορείς να πεις ότι γερνάει. Ήδη, δεν είσαι βέβαια 30 χρονών, είσαι, είμαι δηλαδή, στα 57. Αλλά απ’ την άλλη μεριά καταλαβαίνω πολύ περισσότερα πράγματα, έχω ζήσει πολύ περισσότερα πράγματα. Ξέρεις, έχω ζήσει πιο πολύ, και έχω εκτιμήσει τη στιγμή της αποτυχίας του ανθρώπου. Εντάξει οι στιγμές της επιτυχίας. Μιλήσαμε γι’ αυτές. Και είναι έκδηλες όταν υπάρχουν. Αλλά να μάθεις να βλέπεις το μεγαλείο του ανθρώπου όταν αποτυχαίνει στην προσπάθειά του να φτιάξει τον κόσμο καλύτερο και τον εαυτό του καλύτερο, ε, νομίζω και αυτό είναι σημαντικό. Κι αυτό το ‘χω μάθει μέσα από πολλά πράγματα. Είχα μεγάλους έρωτες και έχω. Αλλά κάποια στιγμή νοιώθω ότι οι έρωτες αυτοί έχουν πολύ άγρια όρια προς εμένα. Ίσως ακριβώς ζητάω τους δύσκολους έρωτες, ζητάω τις δύσκολες σχέσεις. Θα έλεγα ότι δεν υπάρχουν τα όρια του έρωτα και της ιστορίας σ’ ανθρώπους που δεν το συνειδητοποιούνε και σ’ ανθρώπους που συνειδητοποιούνε. Ίσως εγώ το έχω συνειδητοποιήσει ότι είναι άγρια αυτά τα όρια.

Το ταξίδι μετράει βεβαίως. Η ιστορία μας και η ζωή μας όλη συμπυκνώνεται πάνω σ’ αυτό το έπος της Οδύσσειας. Έτσι δεν είναι; Είναι αυτό το ταξίδι για το οποίο λέει κι ο Καβάφης αρκετά χρόνια μετά από τον Όμηρο. Αυτό μετράει. Δηλαδή είμαι πεισματάρης, επαναλαμβάνω πάλι και πάλι. Κι όταν βάλω κάποιο στόχο θα τον πετύχω, ή τουλάχιστον θα φάω το κεφάλι μου, θα προσπαθήσω όμως να τον πετύχω…
Ξέρεις, έχω γνωρίσει τελευταία περιπτώσεις ανθρώπων με μεγάλα προβλήματα, οι οποίοι πήγανε σε γιατρούς, πήγαν από δω, πήγαν από κει, γιατρεύτηκαν λέγεται ψυχικά, αλλά δεν νομίζω ότι αυτή η γιατρειά είναι μια πραγματική γιατρειά. Χρειάζεται αυτή η ανάγκη του να φτιάξεις κάτι άλλο, έστω κι αν αυτή η ανάγκη σε κάνει όχι ευτυχισμένο αλλά δυστυχισμένο. Γιατί μια ευτυχία αλλιώτικη είναι μια ευτυχία του ύπνου και της ανυπαρξίας, ενώ το άλλο είναι η ύπαρξη με τις δυσκολίες της, τις στιγμές αυτές που η παράδοσή μας ονομάζει πολύ ωραία “σταυραναστάσιμες”, με το σταυρό της κάθε μέρας και την Ανάσταση, που είναι μία βέβαια μέρα της εβδομάδας ή μία μέρα του χρόνου, η Λαμπρή του Πάσχα, αλλά είναι η καθοριστική μέρα, είναι το κέντρο του κόσμου. Αυτό κάπου βρίσκεται και στην αρχαία τραγωδία. Αλλά ακόμα πιο πολύ βρίσκεται στην καινούρια τραγωδία που είναι η Ορθοδοξία μας. Κατά κάποιον τρόπο είναι κι αυτή μια τραγωδία. Επικαθορίζονται όλα από τη στιγμή της νίκης του ανθρώπου. Και γι’ αυτήν πολεμάμε, αλλά και για την άλλη μεριά. Και για να κατανοήσουμε το μεγαλείο της μη νίκης. Της αποτυχίας μας. Όταν δεν είναι δυνατή η επιτυχία.

Κωστης Μοσκώφ
Από το βιβλίο

Στα Όρια του Έρωτα και της Ιστορίας
(Ιανός 1997)

ΠΟΝΟΣ


Και μια γυναίκα μίλησε και είπε, Μίλησέ μας για τον Πόνο.
Και κείνος αποκρίθηκε:

Ο πόνος σας είναι το σπάσιμο του οστράκου που περικλείει τη γνώση σας.
Όπως το τσόφλι του καρπού πρέπει να σπάσει, για να βγει η καρδιά του στο φως του ήλιου, έτσι κι εσείς πρέπει να γνωρίσετε τον πόνο.
Κι αν μπορούσατε να κρατάτε στην καρδιά σας το θαυμασμό για τα καθημερινά θαύματα της ζωής σας. Ο πόνος δε θα σας φαινόταν λιγότερο θαυμαστός από τη χαρά σας.
Και θα δεχόσαστε τις εποχές της καρδιάς σας, όπως δέχεστε από πάντα τις εποχές που περνούν πάνω από τα χωράφια σας.
Και θα παρατηρούσατε με ηρεμία τους χειμώνες της θλίψης σας.
Πολλούς από τους πόνους σας τους διαλέγετε μονάχοι.
Είναι το πικρό φάρμακο που μ’ αυτό ο γιατρός που είναι μέσα σας θεραπεύει τον άρρωστο εαυτό σας.
Γι’ αυτό, να εμπιστεύεστε το γιατρό, και να πίνετε το φάρμακό του, σιωπηλά και ήρεμα.
Γιατί το χέρι του, αν και βαρύ και σκληρό, οδηγείται από το τρυφερό χέρι του Αόρατου,
Και η κούπα που σας δίνει, μ’ όλο που καίει τα χείλη σας, είναι φτιαγμένη από τον πηλό που ο μεγάλος Αγγειοπλάστης μούσκεψε με τα δικά του άγια δάκρυα.


Και κάποιος άντρας είπε, Μίλησέ μας για την Αυτογνωσία.
Κι εκείνος απάντησε λέγοντας:

Οι καρδιές σας γνωρίζουν σιωπηλά τα μυστικά των ημερών και των νυχτών.
Αλλά τ’ αφτιά σας διψούν για τον ήχο της γνώσης της καρδιάς σας.
Θέλετε να γνωρίσετε με λόγια αυτό που γνωρίζετε από πάντα στη σκέψη.
Θέλετε ν’ αγγίξετε με τα δάχτυλά σας το γυμνό σώμα των ονείρων σας.
Και είναι καλό που το θέλετε.
Το κρυφό πηγάδι της ψυχής σας πρέπει να αναβλύσει και να τρέξει κελαρύζοντας προς τη θάλασσα.

Και ο θησαυρός του άπειρου βάθους σας πρέπει να αποκαλυφθεί στα μάτια σας.
Δεν πρέπει όμως να υπάρχουν ζυγαριές για να ζυγίζουν τον άγνωστο θησαυρό σας. Και μη μετράτε τα βάθη της γνώσης σας με το βυθομετρικό κοντάρι ή το σχοινί.
Γιατί ο εαυτός είναι μια θάλασσα απεριόριστη και άμετρη.
Μη λέτε, “Βρήκα την αλήθεια”, αλλά να λέτε, “Βρήκα μιαν αλήθεια”.
Μη λέτε, “Βρήκα το μονοπάτι της ψυχής”, αλλά να λέτε, “Συνάντησα την ψυχή που περπατούσε στο μονοπάτι μου”.
Γιατί η ψυχή περπατά πάνω σ’ όλα τα μονοπάτια.
Η ψυχή δεν περπατά πάνω σε μια γραμμή, ούτε μεγαλώνει σαν καλάμι.
Η ψυχή ξεδιπλώνεται, όπως ο λωτός με τα αναρίθμητα πέταλα.

“O προφήτης”, του Χαλίλ Γκιμπράν