Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2012

ΡΗΝΙΩ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ


Αυτή τη μελαγχολική μέρα, διαλέγουμε να αφιερώσουμε όλα τα τραγούδια που θα ακουστούν απόψε στη Ρηνιώ Παπανικόλα, δασκάλα, φίλη, αδελφή ψυχή, ποιήτρια, μορφή του ραδιοφώνου…
Σίγουροι πως εκεί που βρίσκεται ακούει Clipart Radio και χαμογελάει…
Ένα μοναδικό, ένα εξαιρετικό, ένα όμορφο πρόσωπο που λείπει από εμάς, όσο κι απ΄όσους αγάπησαν τη φωνή της να αιωρείται στον αττικό ουρανό, ανάμεσα σε στίχους και μουσικές.


H Ρηνιώ, κόρη του αξέχαστου δημοσιογράφου, εκδότη και θεατρικού συγγραφέα Στρατή Παπανικόλα γεννήθηκε στις 15 Ιουλίου του 1936 στη Μυτιλήνη. Στην Αθήνα τέλειωσε το γυμνάσιο και ύστερα πέρασε στη Φιλοσοφική. Προτίμησε όμως το Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν. Εργάστηκε στον εκδοτικό οίκο «Ίκαρος», όπου γνώρισε τον άντρα της, Δημήτρη Θεμελή, με τον οποίο απέκτησε μία κόρη, την Άννα. Με το σύζυγό της άνοιξε ένα δισκοπωλείο στο Σύνταγμα, τον «Κύκλο». Στη συνέχεια μαθήτευσε στο ραδιόφωνο δίπλα στον Τζον Βεϊνόγλου. Οι πρώτες της εκπομπές χρονολογούνται στις αρχές της δεκαετίας του ’60.
Στη διάρκεια της χούντας έκρυψε στο σπίτι της το Μίκη Θεοδωράκη και γι’ αυτό συνελήφθη μαζί με τη μητέρα της. Μετά την αποφυλάκισή της άνοιξε δύο δισκοπωλεία. Στο ραδιόφωνο συνεργάστηκε με το Πρώτο, το Δεύτερο και το Τρίτο Πρόγραμμα του Μάνου Χατζιδάκι.
Η εκπομπή της «Τα Τραγούδια της Γης» υπήρξε ορόσημο, καθώς ήταν η πρώτη που «πάντρεψε» με επιτυχία φαινομενικά ετερόκλητα μουσικά είδη. Συνδύαζε τη μουσική με ποιητικά κείμενα και με τη λαογραφία.
Έκανε πολλές μουσικές επιμέλειες για το θέατρο, την τηλεόραση και τον κινηματογράφο. Mάλιστα στο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου το 1980 απέσπασε το μοναδικό μέχρι σήμερα απονεμημένο ειδικό βραβείο Μουσικής Επιμέλειας για την ταινία του Στάθη Κατσαρού «Πετροχημικά οι καθεδρικές της Ερήμου».



Δημήτρης Λέκκας, συνθέτης
«Η φωνή της ερχόταν από το υπέδαφος και το υπερπέραν μαζί»
«Ήταν λίγο αφού είχα γυρίσει από τις σπουδές μου. Βρισκόμουν ήδη στο Τρίτο Πρόγραμμα. Ο Λαζάνης είχε ανεβάσει στο υπόγειο του Κουν μια Κομέντια ντελ Άρτε και είχα πάει να δω την παράσταση. Κάποια στιγμή μπαίνει στη σκηνή ο Αρμένης, παίζοντας έναν παμπόνηρο λαϊκό τύπο. Ξαφνικά, δεν πιστεύω στ’ αυτιά μου: Την είσοδό του συνοδεύει ένα μπουζουκοτσιφτετέλι. Ανοίγω βιαστικά το πρόγραμμα στο σκοτάδι. Μουσική επιμέλεια: Ρηνιώ Παπανικόλα. Λέω μέσα μου: Αυτή, όποια κι αν είναι, το έχει πάει πολύ πέρα… Τότε συνειδητοποίησα πως ήταν η Ρηνιώ, που άκουγα φανατικά στο Πρώτο Πρόγραμμα, γιατί έβαζε φοβερά ασυνήθιστες μουσικές σε μυστικές αλληλουχίες, μιλώντας με μια φωνή που ερχόταν από το υπέδαφος και από το υπερπέραν μαζί».
Μιχάλης Γρηγορίου, συνθέτης
«Κάπνιζε πέντε πακέτα Sante την ημέρα»
«Η Ρηνιώ ήταν ένας χαριτωμένος αλλά και βασανισμένος άνθρωπος, από πλευράς οικονομικών προβλημάτων – μέχρι τελευταία στιγμή ήταν επί ξύλου κρεμάμενη – αλλά και ερωτικών απογοητεύσεων, με τη γνωστή βραχνή φωνή της, φωνή που οφειλόταν σε χρόνια φαρυγγίτιδα και στην αγάπη της για το τσιγάρο. Ακόμη και στο νοσοκομείο η Ρηνιώ κάπνιζε. Κάπνιζε πέντε πακέτα Sante την ημέρα. Βλέποντας τα ποιήματά της απέκτησα ερωτική σχέση, μου έδωσαν το έναυσμα για να τα κάνω τραγούδια».
Λίνα Νικολακοπούλου, Στιχουργός
«Έμοιαζε με μια κεραία γεμάτη δίψα και ανιδιοτέλεια»
«Κατ’ αρχήν, η Ρηνιώ, αν ζούσε σήμερα, θα ένιωθε μεγάλη οδύνη. Ήδη δύο χρόνια πριν φύγει από τις συναντήσεις μας, καταλάβαινα ότι δυσφορούσε αρκετά, γιατί ο άνθρωπος που κουβαλούσε μέσα της, ο οποίος τα προηγούμενα χρόνια στην Ελλάδα ήταν αναγνωρίσιμος, με το τελείωμα της χιλιετίας ένιωθε πως γινόταν ολοένα πιο μακρινός και δυσανάγνωστος, πως απαξιώνεται. Έμοιαζε με μια κεραία γεμάτη δίψα και ανιδιοτέλεια, που ήθελε να συλλάβει αυτό που προσπαθεί να πει ο δημιουργός, να το κατανοήσει, να το αποκωδικοποιήσει και να το μεταδώσει στο κοινό. Θυμάμαι πάντα το βλέμμα της, τα υγρά της μάτια, τις μακριές της φούστες…».
Άννα Θέμελη, κόρη της, δημοσιογράφος
«Πώς να βάλω τη Ρηνιώ σε λέξεις: Ακούω το αγαπημένο της Δεύτερο Κονσέρτο του Ραχάνινοφ και στο μυαλό μου ταξιδεύουν η Τζοκόντα, ο Leonard Cohen, του Αιγαίου τα νερά, οι Dead Can Dance, τα πολυφωνικά μοιρολόγια η Δόμνα, ο Ξαρχάκος με τον Ξυλούρη, οι Χειμερινοί Κολυμβητές και το βιολί του Βlaine, το «Φύσα θάλασσα πλατιά». Ντρέπομαι που πέρασαν οκτώ χρόνια από το θάνατό της και δεν έκανα αυτά που της χρωστάω. Ετοιμάζονται όμως. Ελπίζω στα δέκα χρόνια να έχω έτοιμο τουλάχιστον ένα βιβλίο με όλα της τα ποιήματα. Θα ενταχθούν σε μια βιογραφία-τοιχογραφία της εποχής, όπως την είχε ξεκινήσει η ίδια στη στήλη της Ιστορίες από τη ζωή των δίσκων, στο περιοδικό «Μελωδία». Τα κενά θα συμπληρώσουν με τις αναμνήσεις τους οι στενοί φίλοι και συνεργάτες».