Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

ΔΕΥΤΕΡΑ ΤΟΥ ΒΟΡΙΑ & ΤΟΥ ΧΙΟΝΙΑ


CLIPART RADIO : ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΗΜΕΡΑΣ
Το μενού σήμερα, έχει τα εξής πιάτα ημέρας :ΝΕΚΤΑΡΙΟ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΡΓΥΡΗ, ΕΛΕΝΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ, ΘΟΔΩΡΗ ΓΙΑΧΟΥΣΤΙΔΗ, BILL HUNCHBACK και ΜΙΧΑΛΗ ΤΡΑΝΟΥΔΑΚΗ
Αναλυτικά :

3 με 4 : «MΟΛΙΣ ΞΥΠΝΗΣΑ» . Ο ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ, η ψυχή του MUZINE, του πιο όμορφου και καλαίσθητου μουσικού περιοδικού που βγήκε ποτέ στη χώρα μας, ανοίγει τα μάτια του κι ανοίγει την μέρα μας με μουσικές πανέμορφες, χωρίς πολλά λόγια, με πολλά δώρα κάθε λογής και πολύ γενναιοδωρία. Μουσική και καλή καρδιά.

4 με 6 : «Transmission» νέα εκπομπή του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΡΓΥΡΗ, κατευθείαν από την Ρόδο σε μια υπερκόσμια πτήση με μουσικές να εξάψουν το ενδιαφέρον σας και να κάνουν το απόγευμά σχεδόν “καλοκαιρινό”. ΟΛΟΖΩΝΤΑΝΟΣ κι ΟΛΟΦΡΕΣΚΟΣ ήχος. .

6 με 8 : «Darling». Η Έλενα Τριαντάφυλλου έχει μόνο γλυκές κουβέντες και τρυφερές μουσικές για τολμηρούς, για γενναίους, για όμορφους και μοιραίους, για ανθρώπους με ανοικτή καρδιά, με ανοικτό μυαλό, με ανοικτά αυτάκια και μπόλικη αυτάρκεια.

8 με 10: Στην εκπομπή ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΟΚ, ο Θόδωρος Γιαχουστίδης θρηνεί για τον αποκλεισμό από το κύπελλο αλλά πανηγυρίζει το μεγάλο διπλό επί της ΑΕΚ! Παρουσιάζει τις νέες ταινίες στη Θεσσαλονίκη, παίζει φρέσκο πράμα από τους LEONARD COHEN, FIRST AID KIT, CLOUD NOTHING κι άλλα τέτοια ωραία, και θέτει τις δικές του κόκκινες γραμμές – γιατί είναι και πολλές! ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΟΚ, freezing edition, 20:00 με 22:00!

10 με 12: «Ένα Υπέροχο Εμβρυακό Ταξίδι» με τον BILL HUNCHBACK .που βλέπει τη ζωή σαν ένα ατέλειωτο μυστήριο κι ατενίζει τον κόσμο από ψηλά με προοπτική, χαμόγελο και αισιοδοξία (τόσο που αναρωτιόμαστε για τη διανοητική του σταθερότητα). Κι όλα αυτά οπλισμένος με λαγάνα, καλαμαράκια και ταραμά (γιορτάζοντας εσαεί κάθε Δευτέρα, σαν Καθαρή Δευτέρα, ο μασκαράς). Μαζί απίστευτη μουσική.

12 με 2 : «025» / ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΡΑΝΟΥΔΑΚΗΣ …ναι ρε συ απ’ όλα θα ‘χω στην εκπομπή και μουσικές και φώτα κι εκπλήξεις και ξίδια και ξηροκάρπια και μπινελικάκια και καναπεδάκια τριθέσια που θα γίνονται και κρεβάτια χαχαχα ε μ’ εσένα πού ‘μπλεξα τι περίμενες χαχαχα ναι έχω τα κέφια μου γιατί αγαπάω τους φίλους μου και μου φαίνεται ότι κι αυτοί μ’ αγαπάνε τι άλλο θέλω ρε απ’ αυτή τη ζωή την άσε τώρα να μην την πω τι άλλο θέλω?

Αν δεν μπορείτε να μας δείτε
Ακούστε μας
Αν δεν μπορείτε να μας ακούσετε
Φανταστείτε μας

ΚΙ ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ ΑΔΟΞΟ


Απόψε το βαπόρι ήρθε σημαιοστολισμένο. Μέγας θόρυβος μέσα στη Νομαρχία, όταν το είδαμε. O κ. A’ Γραμματεύς επήγαινε δώθε κείθε ανήσυχος.. Ποιος είναι μέσα; O Νομάρχης; O Γεν. Διοικητής ή καμιά άλλη προσωπικότης; Επιτέλους τώρα εξηκριβώθη ότι του πλοίου επέβαινε ο Σεβασμιώτατος Ιωαννίνων (την ευχήν του να’ χεις). Και τότε επέσαμε πάλι στη νάρκη μας.
Αυτά είναι τα νεώτερα της Πρεβέζης.
Άλλη είδησις, η οποία ελπίζω να σ’ ενδιαφέρει εξ ίσου, είναι ότι προχθές [=20 Ιουνίου] ο κ. Ειρηνοδίκης απήγαγε την μερίδα που τον έφεραν στο ξενοδοχείο, επειδή την ήβρε, ελλιπή, αφού την ετύλιξε πρώτα σ’ ένα καθαρό χαρτί. Την εζύγισε στην Αστυνομία, την έφερε πάλι, την εξεδίπλωσε, την έβαλε στο πιάτο του και την έφαγε.
Δωμάτιο ήβρα σ’ ένα ερειπωμένο σχεδόν σπίτι. Ελπίζω να μην πέσει πάρα πολύ σύντομα, ή, αν πέσει, να μην είμαι μέσα, ή, αν είμαι, να μην πάθω τίποτε, δεδομένου μάλιστα ότι θα προφτάσω να πηδήσω στο απέναντι σπίτι, αφού ο δρόμος, ένας από τους κεντρικότερους, το επιτρέπει. Είναι γωννία, στην αγορά.

Όσοι [υπάλληλοι] σέβονται τον εαυτό τους, φροντίζουν και φεύγουν εγκαίρως.
Σου εσωκλείω ένα ποίημά μου για να γελάσεις και να πληροφορηθείς καλύτερα

ο Κώστας σου – για σένα
Καρυωτάκης – για τους άλλους

O ΗΛΙΑΣ ΖΕΙ ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ

January 22, 2012
Το ένα και τα πολλά πρόσωπα του Ηλία Πετρόπουλου
εκπληκτικό κείμενο του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου

Εκ πρώτης όψεως, ο άνθρωπος με το βελούδινον καπέλλο εφαίνετο να ρεμβάζη μέσα στην τύρβην της φθινοπωρινής βραδιάς. Ωστόσο δεν ερέμβαζε. Κρατούσε στο αριστερόν του χέρι το ωρολόγιόν του και μετρούσε πόσες ξανθές και πόσες μελαχροινές εδιάβαιναν κατά λεπτόν ενώπιόν του, και μόλις παρήρχοντο εμπρός από την διαφημιστικήν στήλην, εσημείωνε την κάθε μια, σύμφωνα με την απόχρωσιν της κόμης της, σε ένα κυτίον σιγαρέττων. Καίτοι ο άνθρωπος αυτός εθεωρείτο από τους περισσοτέρους ως ημιπαράφρων, όσοι έτυχε να τον γνωρίσουν εκ του σύνεγγυς τον εθεώρουν ίσως εκκεντρικόν, αλλ’ εβεβαίουν ότι είχε σώας τας φρένας του. Η αλήθεια είναι ότι αυτό που εξελαμβάνετο ως διασάλευσις της ψυχικής του ευρυθμίας, δεν ήτο κατά βάθος παρά μία απόρροια πλουσιωτάτης ιδιοσυγκρασίας και μέγα θάρρος συναισθηματικόν.

Μπορεί ο Ανδρέας Εμπειρίκος, από τη Ζεμφύρα τού οποίου με ευχαρίστηση αντιγράφω άλλη μια φορά το παραπάνω απόσπασμα, να έγραφε το 1945 και ν’ αναφέρεται μάλιστα σε μιαν εποχή ακόμη πιο παλιά, από την πρώτη στιγμή ωστόσο που διάβασα αυτές τις λίγες σειρές η σκηνή ταυτίστηκε απόλυτα στο μυαλό μου με τη μορφή του Ηλία Πετρόπουλου. Έτσι περίπου ή έτσι ακριβώς τον φαντάζομαι συχνά να κάθεται σ’ ένα υπαίθριο καφέ στο Παρίσι (εκεί εξάλλου εκτυλίσσεται και η αφήγηση του Εμπειρίκου) και να κοιτάζει τις γυναίκες που περνάνε από μπροστά του. Κι όσο αυθαίρετος και παράδοξος κι αν φαντάζει ο παραλληλισμός που επιχειρώ, δεν είναι στην πραγματικότητα ολότελα αστήρικτος και δεν θα ήταν υποθέτω και δυσάρεστος για τον ίδιο τον Ηλία Πετρόπουλο. Έχει εξάλλου πολλές φορές εκφράσει την αγάπη του για τον Εμπειρίκο, όπως το κάνει απερίφραστα και στην εισαγωγή του για τα Ακόλαστα Σονέτα του Αρετίνου: Για μένα ο Εμπειρίκος ήτανε, και παραμένει, ένας εκλεκτός ποιητής. Τον έχω αναφέρει αρκετές φορές στα ποιήματά μου.

Όσο για τα ένδοξα Παρίσια και τα εξίσου, αν όχι περισσότερο, ένδοξα καφέ και ρεστοράν τους έχουν συχνά περάσει από τα ποιήματα τού Πετρόπουλου άλλοτε ως ανώνυμο σκηνικό και άλλοτε ως πρωταγωνιστές των στίχων του. Είναι το Atrium, όπου πίνει καφέ και συζητάει με τη γυναίκα του και όπου έδινε κάποτε τα ραντεβού του με τον Άρη Αλεξάνδρου. Είναι το Capannina, καφενεδάκι των γέρων αναρχικών του Παρισιού κάποτε και τώρα ιταλικό ρεστοράν, όπου συνηθίζει να πιάνει τραπέζι στο πεζοδρόμιο. Είναι η Palette, όπου πίνει μπίρα τα Σαββατόβραδα και συναντάει τον αγαπημένο του Roland Topor και άλλους εικαστικούς καλλιτέχνες. Κι άλλα ακόμη που δεν ονομάζονται, μα είναι διαρκώς παρόντα στα ποιήματά του και στη ζωή του και στα οποία κάθεται μόνος ή με συντροφιά και πίνει τον καφέ του καπνίζοντας και κοιτάζοντας τριγύρω.

Άνοιξη, και ήλιος, και περαστικές παριζιάνες.
Θα το επαναλάβω: το ηλιόλουστο Παρίσι
είναι μια δοξασμένη πόλη είναι
το ηλιόλουστο Παρίσι είναι ένα άλλο Παρίσι.

Καθόμαστε σε ψάθινες καρέκλες μπρος στην Palette
και κοιτάζομε τα πόδια των γυναικών.

Υπάρχει όμως, εκτός από αυτή την παρισινή εικόνα του Ηλία Πετρόπουλου που έχω στον νου μου (και τις ανάλογες στο Βερολίνο και στη Ρώμη, στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, που γνωρίζω και μπορώ να φανταστώ) και μια άλλη πλευρά του που με επιμονή επανέρχεται στο μυαλό μου και μολονότι μοιάζει, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, να αντιφάσκει με την προηγούμενη, στην πραγματικότητα η μία δεν θα είχε καμία αξία χωρίς την άλλη – άσε που ο ίδιος ο Πετρόπουλος έτσι κι αλλιώς δεν το ‘χε σε τίποτε να αντιφάσκει που και που, και με λόγους και με πράξεις, και να καυχιέται μάλιστα γι’ αυτό (αντιφάσκω, άρα ζω, έγραφε ήδη από τον Μάιο του 1967)• γνώριζε καλά και από μικρός, καθώς φαίνεται, το έργο του Μπωντλαίρ και τη διάσημη παρατήρησή του: Ανάμεσα στα δικαιώματα, για τα οποία έγινε λόγος τελευταία, υπάρχει ένα που ξεχάστηκε και που για την κατάδειξή του ενδιαφέρεται όλος ο κόσμος – το δικαίωμα να αντιφάσκεις με τον εαυτό σου.

Τον φαντάζομαι στο Παρίσι πάλι όχι όμως στα βουλεβάρτα και στα καφέ, μα μέσα στο σπίτι του αυτή τη φορά, εκεί όπου πέρασε τα τελευταία τριάντα σχεδόν χρόνια της ζωής του, στο νούμερο 34 της rue Mouffetard, σ’ ένα διαμέρισμα γεμάτο με τις δημιουργίες των αγαπημένων του ζωγράφων, με λίγα δικά του κολάζ και μερικές φωτογραφίες στους τοίχους, μπροστά στο γραφειάκι του μ’ έναν ογκώδη φάκελο στο χέρι να εργάζεται πάνω σ’ ένα καινούριο θέμα – να εργάζεται αγρίως, όπως λέει και κάτι ξέρει βέβαια αυτός, ο φίλος του ο Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος. Και συνεχίζει: Τέρας μνήμης και αντοχής, με δαιμόνιο οργάνωσης και ταξινόμησης του υλικού του, ακούγοντας μουσική από τα μαύρα μεσάνυχτα (ρεμπέτικα και τζαζ), κάθιδρως και με ανεμιστήρες να βουίζουν γύρω του…

Στο τελευταίο από τα Άρθρα του στην Ελευθεροτυπία υπάρχει μια δήλωσή του που δημοσιεύτηκε τα Χριστούγεννα του 1994, στην οποία επιχειρεί έναν προσωπικό απολογισμό της δουλειάς του κατά το έτος που πέρασε και που επιβεβαιώνει πλήρως και πανηγυρικά την ωραία περιγραφή του συνονόματού του Παπαδημητρακόπουλου. Μεταφέρω επιτροχάδην τα καθέκαστα εκείνου του έτους: Ταχτοποίηση του αρχείου του (που πρέπει χωρίς αμφιβολία να το φανταστούμε τεράστιο, μολονότι το μεγαλύτερο μέρος του βρίσκεται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη). Γράψιμο ορισμένων ακόμη άρθρων για την Ελευθεροτυπία. Προετοιμασία της δομής και επιλογή της εικονογράφησης (χίλιες εικόνες σχεδόν) του βιβλίου του Η τραγιάσκα. Συγγραφή, δακτυλογράφηση και διόρθωση του βιβλίου του Η ονοματοθεσία οδών και πλατειών. Συγγραφή τεσσάρων ακόμη άρθρων και μιας μελέτης για Τα λάθη του Παπαδιαμάντη. Και για την επόμενη χρονιά, προετοιμασία για μιαν εισαγωγή σε μια δίτομη έκδοση του Αρετίνου και για τη συγγραφή της Τραγιάσκας.

Καθώς βλέπετε, καταλήγει, κι αυτή η χρονιά κύλησε μόνο με δουλιά. Είμαι επαγγελματίας συγγραφέας και δουλεύω κανονικό ωράριο, σαν δημόσιος υπάλληλος. Αξίζει νομίζω να μεταφέρουμε εδώ κάπως πιο αναλυτικά τις ιδιότητες αυτού του ιδιόμορφου δημοσίου υπαλλήλου, ο οποίος σε ολόκληρη τη ζωή του δεν έκανε τίποτε άλλο, καθώς ο ίδιος ισχυρίζεται, από το να προσπαθεί να αποδείξει με τα βιβλία του και το ζωντανό του παράδειγμα ότι ο συγγραφέας μπορεί να υπάρξει κόντρα στο Κράτος.
Έχουμε και λέμε, λοιπόν: ακάματος λαογράφος και ιδιότυπος ιστορικός του ελληνικού πολιτισμού, διεισδυτικός ερευνητής και μελετητής του ασήμαντου, ιστοριοδίφης του υπόκοσμου και πολύγλωσσος ρέκτης μεταφραστής, εκδότης, μανιώδης συλλέκτης και ταλαντούχος οργανωτής και συντηρητής του τεράστιου προσωπικού του αρχείου, τουρκολόγος και νομικός, πολυσχιδής εικαστικός καλλιτέχνης (φωτογράφος, ζωγράφος, εικονογράφος, κατασκευαστής και επιμελητής βιβλίων, δημιουργός κολάζ), ερωτικός ποιητής και δοκιμιογράφος με αμίμητο ύφος, κοινωνικός σχολιαστής και λιβελογράφος, γραμματέας μια εποχή της εκπολιτιστικής επιτροπής του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Θεσσαλονίκης, πορνογράφος, αυτοεξόριστος περιηγητής και επιμελής αλληλογράφος, σεσημασμένος και υπότροπος εγκληματίας (όταν έγραφε τις δέκα μικρές μελέτες του για τη φυλακή), δημοσιογράφος, τέως Διοικητής του Τμήματος Ηθών και Λεσχών Αθηνών (όταν έγραφε την πραγματεία του περί των εν Ελλάδι οίκων ανοχής και του πληρώματος αυτών), συστηματικός και σχολαστικός ερευνητής της γλώσσας και λεξικογράφος, εξ έρωτος εικαστικός και λογοτεχνικός κριτικός, εμπειρικός και ερασιτέχνης επιστήμονας. Συγγραφέας 80 βιβλίων, καθώς λένε αυτοί που μπαίνουνε στον κόπο να μετρήσουνε. Συγγραφέας, λέω εγώ. Θάθελα να με θυμούνται σαν αλλόκοτο και εργατικό συγγραφέα, λέει κι ο ίδιος.

Αυτά και άλλα πολλά, που μερικά ήδη τα γνωρίζουμε και άλλα θα τα μάθουμε ενδεχομένως κάποτε ή και ποτέ, τα πρόλαβε ο Ηλίας Πετρόπουλος σε μία μόνο ζωή. Από τον Ιούνιο του 1928 συγκεκριμένα κι ως τον Σεπτέμβριο του 2003. Γεννήθηκε στην Αθήνα, στην οδό Σόλωνος, μα έξι χρόνια αργότερα η μετάθεση του πατέρα του, δημοσίου υπαλλήλου, στη Θεσσαλονίκη έφερε όλη την οικογένεια εκεί. Στον πόλεμο του ’40 ο πατέρας του κατατάσσεται εθελοντής στο αλβανικό μέτωπο, ενώ λίγα χρόνια αργότερα ο δεκαπεντάχρονος Ηλίας οργανώνεται στην ΕΠΟΝ της Θεσσαλονίκης και γίνεται γρήγορα βοηθός διαφωτιστή, ενώ εργάζεται και στις γραμμές του ΕΛΑΣ. Ζει τις θηριωδίες των γερμανών, τη φρίκη του εμφυλίου πολέμου, την τρομοκρατία από τους Χίτες, συλλαμβάνεται κατ’ επανάληψιν και φυλακίζεται, γνωρίζει μεταξύ άλλων τον Πάνο Θασίτη και τον Μανόλη Αναγνωστάκη, και κάποτε διαφεύγει και στην Αθήνα. Εν τω μεταξύ από τον Οκτώβριο του 1944 ο πατέρας του έχει εξαφανιστεί, γεγονός που τον αναγκάζει να αφήσει το σχολείο και να δουλέψει. Κάποτε έψαχνα να βρω τον σκοτωμένο πατέρα μου ανάμεσα σε χιλιάδες νεκρούς, που ήσανε άγνωστοι και αγνώριστοι, σάπιοι, φοβεροί, ξεθαμένοι ή άταφοι. Δεν τον βρήκα ποτέ κι έτσι απόμεινα ορφανός.

Θα τελειώσει το νυχτερινό γυμνάσιο, εργαζόμενος παράλληλα ως υπάλληλος στον Δήμο Θεσσαλονίκης, και θα εισαχθεί από τους πρώτους στην Νομική Σχολή του πανεπιστημίου της πόλης. Την ίδια χρονιά, το 1949, θα απολυθεί από τη δουλειά του ως κομμουνιστής (και για τον ίδιο λόγο τα οχτώ επόμενα χρόνια θα παραμείνει άνεργος και οικονομικά εξαθλιωμένος), αλλά σε αντιστάθμισμα θα γνωρίσει εκείνη την εποχή τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη, τον πάντοτε σεβαστό του δάσκαλο, στον οποίο και αναφέρεται το πρώτο βιβλίο που δημοσίευσε ο Πετρόπουλος, το 1958. Ο Πεντζίκης μού εδίδαξε τον τρόπο να βλέπω τα πράγματα διαγωνίως, θα πει. Όταν η ΕΔΑ θα κερδίσει τις δημοτικές εκλογές του 1957, ο Ηλίας Πετρόπουλος, είκοσι εννέα χρονών πια, θα δραστηριοποιηθεί έντονα στα πολιτιστικά του Δήμου και θα αναλάβει πολλές και ποικίλες πρωτοβουλίες. Εν συνεχεία θα εργαστεί ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα Θεσσαλονίκη (και θα κληθεί από τον εισαγγελέα σε ανάκριση για κάποια φλύαρα άρθρα που δημοσίευσε μετά τη δολοφονία του Λαμπράκη, το 1963), θα συμμετάσχει στη Συντακτική Επιτροπή του περιοδικού Διαγώνιος του Ντίνου Χριστιανόπουλου και από το 1965 θα εγκατασταθεί στην Αθήνα εργαζόμενος ως δημοσιογράφος και συγγραφέας.

Εκείνη τη χρονιά θα πρωτοδούν το φως της δημοσιότητας στο περιοδικό Ζυγός κάποια εκτενή αποσπάσματα από το βιβλίο του Ελύτης Μόραλης Τσαρούχης, η πρώτη αυτόγραφη έκδοση του οποίου θα γίνει τον άλλο χρόνο – περίπου τετράγωνο (σε σχήμα 17×20), με ένα αριστουργηματικό εξώφυλλο του Σωτήρη Ζερβόπουλου, γκρι – ασημί σε σκούρο γκρι χαρτόνι, το βιβλίο είναι εξ ολοκλήρου χειρόγραφο κι εν συνεχεία λιθογραφημένο, σύμφωνα με την περιγραφή του αυτόπτη Ηλία Παπαδημητρακόπουλου. Γι’ αυτή τη μελέτη του θα αξιωθεί παράσημο και χρηματικό βραβείο από τα ανάκτορα (θα αρνηθεί επιδεικτικά το πρώτο, αλλά θα πάρει προκλητικά την επιταγή των 700 δραχμών). Είναι σε αυτό το βιβλίο του που θα χρησιμοποιήσει για πρώτη φορά τη λέξη μουνάκι και θα καμαρώνει σε όλη την υπόλοιπη ζωή του γι’ αυτό, αν και διέδιδε, ανακριβώς βέβαια, πως άρχισε σαν ένας σεμνός και ντροπαλός συγγραφέας και ήλπιζε να κλείσει τη ζωή του σαν πορνογράφος.


Τότε τη γλύτωσε και μάλιστα με εύφημο μνεία. Λίγο αργότερα ωστόσο, με την έκδοση το 1968 του πρωτοποριακού βιβλίου του Ρεμπέτικα τραγούδια (ιδιοφυής συνδυασμός, κατά τον Δημοσθένη Κούρτοβικ, ανθολογίας, λαογραφικής πραγματείας και φωτογραφικού δοκιμίου γύρω από ένα θέμα-ταμπού εκείνη την εποχή: την υποκουλτούρα των ρεμπέτηδων) δεν θα σταθεί τόσο τυχερός: θα καταδικαστεί από τη χουντική δικαιοσύνη σε πολύμηνη φυλάκιση. Το ίδιο θα συμβεί και με το επόμενο βιβλίο του τα Καλιαρντά (ερασιτεχνική γλωσσολογική έρευνα), όπως και με την ποιητική του σύνθεση Σώμα, που δημοσιεύτηκε τον Φεβρουάριο του 1972 στο γνωστό περιοδικό Τραμ, με αποτέλεσμα – δική του η τριτοπρόσωπη αφήγηση και η ορθογραφία – την ξακουστή εκείνη δίκη της Θεσσαλονίκης, όπου ο συγγραφέας αρνήθηκε να απολογηθεί, για να μη δόσει εύσημα δημοκρατικότητας στον περί τύπου νόμο, και, γιατί πίστευε ότι κανείς πούστης δικαστής δεν έχει το δικαίωμα να κρίνει τους ποιητές. Η πολύτιμη πείρα που απέκτησε όλο αυτό το διάστημα χρησιμοποιήθηκε με τον καλύτερο τρόπο κατά τα έτη 1975 – 1976, οπότε συνέγραψε Το Εγχειρίδιον του καλού κλέφτη, μια πολύ σοβαρή χιουμοριστική περιγραφή της κατάστασης των ελληνικών φυλακών. Δημοσιεύτηκε το 1979 και οι λογοτεχνικοί κριτικοί της δημοκρατικής πλέον δικαιοσύνης αποφάνθηκαν πως έπρεπε να απαγορευτεί η κυκλοφορία του, ενώ για τον συγγραφέα του επεφύλαξαν μια νέα καταδίκη σε φυλάκιση, δεκαοχτάμηνη αυτή τη φορά.

Χωρίς αντίκρισμα ωστόσο. Ο Ηλίας Πετρόπουλος βρισκόταν ήδη από χρόνια μόνιμα εγκατεστημένος στο Παρίσι και δεν επρόκειτο μέχρι το τέλος να επιστρέψει στην Ελλάδα. Χρησιμοποιώ την λαογραφία σαν πολιτικό όπλο. Μένοντας στην Ελλάδα έκανα κλεφτοπόλεμο. Η φυγή μου στην Γαλλία μού έδοσε τη δυνατότητα να εκσφενδονίζω τα βιβλία μου σαν χειροβομβίδες. Εδώ επιτέλους, όπως και στο αγαπημένο του Βερολίνο, όπου επίσης θα περάσει αρκετά χρόνια, και στην ακόμη πιο αγαπημένη του Ρώμη, ο Πετρόπουλος θα μπορέσει να ζήσει και να εργαστεί (και να σπουδάσει επί τρία χρόνια Τουρκολογία) όπως ακριβώς επιθυμεί – ανεξάρτητος από κάθε κρατική παρέμβαση, ή και βοήθεια ακόμη, και με τη συντροφιά της γυναίκας του Μαίρης Κουκουλέ και των φίλων του, μεταξύ των οποίων είναι και ο Άρης Αλεξάνδρου, ο Κορνήλιος Καστοριάδης και ο Roland Topor. Κυρίως όμως εργάζεται, ελεύθερος και απερίσπαστος πια και δημιουργεί στα θέματα που τον ενδιαφέρουν.

Και μόνο μια πρόχειρη καταλογάδην καταγραφή των θεμάτων που απασχολούν τον Πετρόπουλο προκαλεί δέος και απορία – κι όχι πως είναι πλήρης βέβαια• κατά πάσα πιθανότητα θα περάσουν πολλά χρόνια μέχρι να γίνει αυτό. Τα ρεμπέτικα τραγούδια, το μουστάκι, ο τούρκικος καφές εν Ελλάδι, οι ελληνικοί οίκοι ανοχής και τα πληρώματα αυτών, η ονοματοθεσία οδών και πλατειών, ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης και το πεντζίκι, ο γυναικείος κώλος και η ζωή στον στρατό, η φυλακή και οι κρατούμενοι, το αυτοκίνητο στην Ελλάδα, ο καραγκιόζης, ο Ελύτης, ο Μόραλης, ο Τσαρούχης, η φουστανέλα, οι παροιμίες του υπόκοσμου, ο θάνατος, οι τάφοι και τα νεκροταφεία, η Παλατινή Ανθολογία και η Αποκάλυψη του Ιωάννη, οι οδοντογλυφίδες, οι καρέκλες και τα σκαμνιά, το παράθυρο στην Ελλάδα κι οι σιδεριές, τα καπέλα, οι ψείρες, το Βερολίνο, το χασίς και η γλώσσα των ομοφυλοφίλων, η ομελέτα και η φασολάδα, το ταντούρι και το μαγκάλι, τα περίπτερα και τα κλουβιά των πουλιών, ο Τσόκλης, η Θεσσαλονίκη, η ιστορία, τα μπαστούνια και τα προφυλακτικά, οι μαχαιροβγάλτες, το μπουζούκι κι η λατέρνα, τα βασανιστήρια, το μπανιστήρι, ο Αρετίνος και ο Παπαδιαμάντης.

Και όμως, όλη αυτή η εξωφρενική παραγωγή που ακροθιγώς μόνο είδαμε δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση το ανερμάτιστο και χαώδες έργο ενός εργασιομανούς πολυτεχνίτη συγγραφέα που βάλθηκε να αποδείξει στο πανελλήνιον πως τίποτε το ανθρώπινο δεν του είναι ξένο. Αντιθέτως, η εργασία του πολυσχιδούς Ηλία Πετρόπουλου, ιδωμένη ως σύνολο, χαρακτηρίζεται από τέτοια ενότητα και συνοχή που εντυπωσιάζει. Καταρχάς, ο συντριπτικός όγκος της δουλειάς του εντάσσεται αναμφισβήτητα στο πλαίσιο της λαογραφικής επιστήμης (η διαπίστωση πως αγγίζει ίσως περισσότερο τη λαογραφία και λιγότερο την επιστήμη δεν αναιρεί σε τίποτε την αλήθεια του ισχυρισμού). Από την άλλη μεριά, μοναδικό σε τελική ανάλυση, και με ελάχιστες εξαιρέσεις, αντικείμενο έρευνας και μελέτης του Πετρόπουλου είναι η Ελλάδα και το κοινό στο οποίο απευθύνει τα βιβλία του (ή τα εκσφενδονίζει σαν χειροβομβίδες, όπως λέει) είναι αποκλειστικά το ελληνικό. Τελευταίο και, κατά τη γνώμη μου, σημαντικότερο ενοποιητικό και προσδιοριστικό στοιχείο της συνολικής παραγωγής του Ηλία Πετρόπουλου είναι ο ποιητικός χειρισμός των θεμάτων του, η ποιητική-ερωτική ματιά με την οποία αντικρίζει όσα τον ενδιαφέρουν. Ας ρίξουμε μια ματιά από κοντά σε αυτά τα τρία στοιχεία.

Το προνομιακό πεδίο στα όρια του οποίου κινήθηκε πάντα ο Πετρόπουλος, χωρίς ωστόσο και να περιορίσει σε καμία περίπτωση τον οίστρο του, είναι η λαογραφία, την οποία ούτε κατά διάνοια δεν θεωρεί μια ουδέτερη επιστήμη που ασχολείται με το παρελθόν, αλλά την αντιμετωπίζει ως την κατεξοχήν πολιτική επιστήμη – χρησιμοποιώ την λαογραφία σαν πολιτικό όπλο, θα παραδεχτεί συχνά. Δουλεύω πάνω σε λαογραφικά θέματα γιατί με συγκινεί η αληθινή ιστορία και η πολιτική. Η πραγματικώς μεγάλη ιστορία είναι η μικρο-ιστορία. Η μικρο-ιστορία είναι το καθεαυτού αντικείμενο της λαογραφίας, καθώς και η πολιτική. Ο τρόπος που επιλέγει και δουλεύει τα θέματά του ο Πετρόπουλος απέχει παρασάγγες από τον τρόπο των πανεπιστημιακών, για τους οποίους είχε πάντοτε μια κακή ή πειραχτική κουβέντα να πει• ο δικός του τρόπος είναι υποκειμενικός, βιωματικός, ερωτικός και ποιητικός. Επιστήμη δεν είναι το να μοστράρεις καλογιαλισμένα στοιχεία και στατιστικές (δήθεν) επιβεβαιώσεις. Ανέκαθεν επλησίαζα με παλμό τα επιτεύγματα του ελληνικού λαού. Ο κάθε λαϊκός πολιτισμός ζυγίζεται με την ποσότητα Αγάπης που εμπεριέχει. Ο νεοελληνικός λαϊκός πολιτισμός ήτο ένας Πολιτισμός Αγάπης – όπως συμβαίνει σ’ όλους τους μεσογειακούς λαούς.

Εδώ και πολλά χρόνια ο Ευγένιος Αρανίτσης έχει ανακαλύψει και υπαινιχθεί μιαν υπόγεια σχέση του Ηλία Πετρόπουλου με τον Νόρμαν Μέιλερ, η οποία στηρίζεται στον ισχυρισμό του δεύτερου ότι μέσα στις πιο εντυπωσιακές προστυχιές χτυπάει συχνά η τρυφερή ρομαντική καρδιά ενός αληθινού συγγραφέα ή ενός παιδιού. Όσο ισχύει τούτη η διαπίστωση για τους δύο αυτούς προκλητικούς και επιθετικούς ανόμοιους συγγραφείς άλλο τόσο ισχύει και το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε ο αμερικανός συγγραφέας όταν προ λίγων ετών ξαναδιάβασε ολόκληρο το έργο του: ξαναδιαβάζοντας όλον τον όγκο της δουλειάς μου στο διάστημα μιας άνοιξης και ενός καλοκαιριού, είδα πως κυριαρχούσε ένα θέμα, ήταν εμφανές πως τα περισσότερα από τα γραπτά μου αφορούσαν την Αμερική. Πόσο πολύ αγαπούσα τη χώρα μου – ήταν ολοφάνερο – και πόσο πολύ δεν την αγαπούσα επίσης. Δεν έχουμε παρά να βάλουμε στη θέση της Αμερικής την Ελλάδα, για να έχουμε μια φράση που ο Πετρόπουλος δεν θα είχε πιθανότατα καμιά αντίρρηση να τη συνυπογράψει (μα δεν θα το μάθουμε ποτέ, όπως ποτέ δεν θα έχουμε την ευκαιρία να του πούμε πόσο πολύ αγαπήσαμε τη σκληρή και τρυφερή ποίησή του).

(Ω, περασμένα χρόνια,
που μας άφηναν ν’ αγαπούμε
την πατρίδα ανιδιοτελώς)

Έτσι κυριολεκτικά σε παρένθεση και κατ΄ επίφασιν ανώδυνα έχει εδώ και δεκαετίες εκφράσει ο Πετρόπουλος αυτό που ήταν ήδη από τότε το μεγάλο μαράζι του και ποτέ δεν τον εγκατέλειψε. Έτσι εξηγείται εν μέρει και αίρεται η αντίφαση της εμμονής του με την Ελλάδα ως θέμα μελέτης και της επιμονής του να παραμείνει ως το τέλος μακριά της – ούτε καν να ταφεί στα χώματα της πατρίδας του δεν θέλησε και ρητά το απαγόρευσε στη διαθήκη του, προκειμένου υποθέτω να αποφύγει ακόμη και τότε το μισητό του παπαδαριό και τους υποκριτικούς δεκάρικους του υπουργού «πολιτισμού» και των λοιπών επισήμων, αλλά και κάνοντας μιαν ακόμη χειρονομία περιφρόνησης προς την τρέχουσα Ηθική, απ’ αυτές που τόσο του άρεσαν – Ό,τι είναι κόντρα στην Εκκλησία / με γεμίζει χαρά. / Ό,τι βλάπτει την Τάξη / συντείνει στην γαλήνη μου. / Ό,τι αντίκειται στην ηθική / ωφελεί την υγεία μου.).

… βεβαίως τυγχάνω υποχρεωτικώς έλλην,
αλλά η χώρα μου με κουρελιάζει.
Δεν θάθελα να ξαναπατήσω στην Αθήνα.
Και είπα στη γυναίκα μου:
- όταν ψοφήσω, εδώ, στο Παρίσι,
να κάψεις το κουφάρι μου στο κρεματόριο
και να ρίξεις τις στάχτες στον υπόνομο.
Τέτοια είναι η διαθήκη μου.


Τέτοια ήταν στ’ αλήθεια η διαθήκη του, γεγονός που αποτελεί ακόμη μιαν αντίφαση εκ μέρους του, δεδομένης της συχνά δηλωμένης αγάπης του για τα νεκροταφεία. Αυτός που τόσο αγάπησε τα κοιμητήρια και τα περπάτησε άλλοτε με απόλαυση και άλλοτε με σπαραγμό, αυτός που όταν επισκεπτόταν μια ξένη πόλη δεν πήγαινε, για να την γνωρίσει εις βάθος, πρώτα στα μουσεία και στ’ άλλα αξιοθέατά της αλλά στα νεκροταφεία της (και στα ρεστοράν της), αυτός που δήλωνε πως είναι αδύνατον να διασχίσεις τα εβραϊκά νεκροταφεία του (τότε) Ανατολικού Βερολίνου χωρίς να κλαις γοερά κι όμως πολλές φορές τα διέσχισε, αυτός που ευλαβούμενος της μνήμης των δολοφονημένων φίλων του περιδιάβαζε στην Οδόν Αναπαύσεως, είναι παραδόξως ο ίδιος που κατηγορηματικά αρνήθηκε να ταφεί σε κάποιο από τα αγαπημένα του παρισινά νεκροταφεία, στο Thiais φέρ’ ειπείν, όπου βρίσκεται και το μνήμα του φίλου του Άρη Αλεξάνδρου κι όταν στα δεκάχρονα του θανάτου του το επισκέφτηκε οργίστηκε που κανείς άλλος δεν βρέθηκε να θυμηθεί τη μαύρη ημερομηνία.

Μιλώντας όμως για την οργισμένη εναντίωση και για την τρυφερή μελαγχολία του Πετρόπουλου βρισκόμαστε κιόλας στο κέντρο της ποίησής του, που αποτελεί, σύμφωνα με τη θέση που εδώ υποστηρίζω (και δεν είμαι ο μόνος), και το κέντρο ολόκληρου του έργου και της προσωπικότητάς του – το μόνο που λείπει για να ολοκληρωθεί η εικόνα είναι η άλλη εμμονή του Πετρόπουλου, που συνεχώς επανέρχεται στα γραπτά του, ακόμη κι αν δεν εντάσσεται φυσιολογικά στη διαπραγμάτευση του θέματος, εννοώ τον αθυρόστομο ερωτισμό του και τη λατρεία της Γυναίκας, που διαδηλώνεται στο σύνολο σχεδόν της ποίησής του – για μένα, θα δηλώσει, το Βασίλειο της Φαντασίας ταυτίζεται με το Βασίλειο της Γυναίκας. Η γυναίκα και ο θάνατος ή, με άλλη διατύπωση, ο έρωτας και η μελαγχολία είναι οι δύο πόλοι μεταξύ των οποίων κινείται διαρκώς η ποίησή του και ο στοχασμός του.

Η μελαγχολία (αυτή η αβάσταχτη μελαγχολία, / που με καταδιώκει από το ΄44) είναι μόνιμος σύντροφος του Πετρόπουλου από την περίοδο της γερμανικής κατοχής τουλάχιστον, όταν σκοτώθηκε ο πατέρας του κι ο πόλεμος άρχισε να ξεκληρίζει αγρίως τη γενιά του. Μονίμως θλιμμένος και παρά θέλησιν ταπεινωμένος από σκιές τουφεκισμένων αξέχαστων αδελφών και άλλων αδελφών, που δεινώς ηττήθησαν, εσκόρπισαν, εσφάγησαν ως αμνοί. Άλλοτε θεωρεί τη μελαγχολία έμφυτη ιδιότητα της προσωπικότητάς του, που πάει χέρι – χέρι με τον ιδεαλισμό του (ένας ιδεαλιστής κατ’ ανάγκην καταλήγει στη μελαγχολία), ενώ άλλοτε απορεί για το παράδοξον του πράγματος, που ένας κυνικός σαν αυτόν βασανίζεται τόσο από αισθήματα. Άλλοτε τυραννιέται από τη θλίψη του κι άλλοτε συμβιεί αρμονικώς, καθώς λέει, μαζί της ή και ευτυχισμένα ακόμη. Όχι σπάνια καυχιέται για δαύτην (η μελαγχολία είναι εντιμότης, η μελαγχολία είναι το απόβαρο της ζωής, τίμιο ψωμί της ψυχής μας η μελαγχολία, η μελαγχολία είναι κομψό αίσθημα ιωνικό, ζούμε μόνο γιαυτές που θα μας κλάψουν σαν πεθάνουμε) και μονίμως τη συνδέει με τις αναμνήσεις του και με τη σκληρή τυραννία της μνήμης (τυγχάνω όμως υποχείριος της μνήμης, οι αναμνήσεις δεν μ’ άφησαν να ενηλικιωθώ, ο πότμος των τουφεκισμένων οριστικώς δεν μ’ αφήνει να κοιμηθώ).

Μοναδικό αντίδοτο που βρίσκει ο Πετρόπουλος για την αβάσταχτη, ώρες – ώρες, μελαγχολία του είναι η γυναίκα, δηλαδή ο ερωτισμός, που αποτελεί και το μεγάλο πάθος της ζωής του. Από τα πρώτα – πρώτα γραψίματά του, οπότε δηλώνει απερίφραστα την πεποίθησή του αυτή (δυο τρυφερά βυζιά διώχνουν τη βραδινή λύπη), και ως τα στερνά του δεν παύει να διακηρύσσει τη ίδια αλήθεια (Η ξανθιά κοπέλα που, δίπλα μου, πλαγιάζει / (το γυμνό σώμα μοσχοβολάει) / είναι ο πληθυντικός του εαυτού μου. / Το παρελθόν σέρνεται στο πλαγινό δωμάτιο.). Κάποτε όμως (το γνωρίζουμε καλά!) το παρελθόν αποδεικνύεται πιο δυνατό κι από το ωραιότερο γυμνό σώμα (η ωραιότερη γυναίκα δεν δύναται να διώξει τις μαύρες ιδέες ενός μελαγχολικού) και τότε αγριεύει ο Πετρόπουλος και γράφει ακόμη πιο άγρια ποιήματα, ακόμη πιο αθυρόστομα, ακόμη πιο σκληρά ποιήματα και συγχρόνως αφάνταστα τρυφερά.

Σαν αυτά που μ’ έκαναν κάποτε να τον αγαπήσω ακαριαία και εξακολουθητικά και να κλείνω τα μάτια σ’ ένα σωρό στραβά που έβρισκα να κάνει (με μοναδική του πρόθεση τις περισσότερες φορές να προκαλέσει αντιδράσεις και να αναγκάσει με αυτόν τον τρόπο τους αναγνώστες του να βάλουν μπρος το μηχανάκι και να σκεφτούνε μόνοι τους). Για την ποίησή του ξεκίνησα να γράφω αυτό εδώ το κείμενο αγάπης (εδώ και χρόνια, είναι η αλήθεια), μα τελικά αλλού με έβγαλε κι αυτή τη φορά το γράψιμο και παραλίγο ν’ αφήσω την ποίηση εντελώς απ’ έξω. Δεν πειράζει ωστόσο• ίσως κι έτσι κάποιοι να φτάσουνε τελικά κι ως τα ποιήματά του. Άφησα κι άλλα πολλά απ’ έξω και άλλα μόλις που τα υπαινίχθηκα: τον αναρχισμό του, την τρυφερότητα και τη σκληρότητά του (αγαπημένη μου διάσταση του έργου του), τις πόλεις που αγάπησε, τον θυμό του, την αθυροστομία του, την αγάπη του για κάποιους συγγραφείς και ζωγράφους (ιδίως μερικούς νέους) και την αντιπάθειά του για άλλους. Ας είναι, όπως λέει κι ο ίδιος, σε λίγες σελίδες εξιστορείται ένα έργον βίου; Όχι βέβαια, μα κάποιες φορές χωράει μέσα σε λίγους μόνο στίχους.

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος


πέντε ποιήματα
και ένα
του Ηλία Πετρόπουλου
1.
Καπνίζω.
Καμιά φορά φουμάρω μέχρι σαράντα τσιγάρα
τη μέρα.
Συχνά, όμως, το τσιγάρο μου καίει ανώφελα,
λησμονημένο στο τασάκι,
ενώ αναπολώ τις γυναίκες που αγάπησα.
2.
Γέρασα.
Καλύτερα που γέρασα
- αν έτσι πρόκειται να βρω τη γαλήνη.
3.
Όλα τα δικά σου τα ξέρω.
Πώς κοιτάς όταν λες ψέματα.
Πώς κόβεις το κρέας με το μαχαίρι.
Πώς ακριβώς μυρίζει η επιδερμίδα σου.
Ακουμπώ το κεφάλι στην κοιλιά σου
και τα έντερά σου γουργουρίζουν.
Την Γυναίκα την αγαπάς στο σύνολό της,
ή καθόλου.
4.
Να πάρει ο Διάολος!
Ήρθα στο Βερολίνο χωρίς να φέρω μαζί μου
την όμορφη έκδοση των Memoires του Casanova.
Ευτυχώς, δεν ξέχασα το Walden του Thoreau και την Ιλιάδα
– αυτά είναι τα τρία αγαπημένα μου βιβλία.
5.

δεν εζήτησα συμβουλές και συμβουλές μου δίνουν
απρόσκλητοι συμβουλάτορες φαφλατάδες μικροαστοί
λένε λένε κι όλο προφητεύουν
τάχα θα με φάνε οι ωραίες γυναίκες
ενώ χαρά μου να με φάνε οι καλλονές
κι αλίμονο σε σας δυστυχισμένοι
που τα γεγονότα δεν σας χορταίνουν
κι η ζωή σας χτισμένη σιωπή και κακομοιριά
όσο για μένα
κρυφά την αγαπώ και είναι ωραία
και είναι αβρή και μυστικά την αγκαλιάζω
ούτε πουλί μάς βλέπει
ούτε ανθός μάς ακούει
φιλιόμαστε κι οι τοίχοι καμπυλώνουν
+ 1.

Γλυκό μου στήριγμα, καμάρι μου και λουλούδι, τα πράγματα της καρδιάς τρόπος δεν είναι να χαθούν. Μείνε μαζί μου. θα σου μιλήσω με πάθος και δακρυσμένα μάτια για τον ουρανό της Θεσσαλονίκης, την εικοσαετή ορφάνια μου, τον ισάδελφο Τσιτσάνη, τα νοτισμένα χώματα των Χασίων, τους ολόδροσους κλώνους• για τις θεϊκές γυναίκες του Ελύτη και του Μόραλη. Ακόμη θα σου περιγράψω την δολοφονία του Ιάκωβου Πατιερίδη τον Οκτώβριο του 1944, θα σου παραστήσω πώς βαδίζουν οι ορθόδοξοι ρεμπέτες και πώς χορεύουν ζεϊμπέκικο στην ταβέρνα του Φραγκούλη στην Μπάρα. Αγάπησε με δύναμη. Αυτό αρκεί.


Ο ΧΡΟΝΟs ΚΥΛΑ ΓΙΑ ΟΛΟΥs (ΕΚΤΟs ΑΠΟ ΤΟΥs ΝΕΚΡΟΥs)


Ενόραση (1979)
Υποθέτω τα όνειρά σου πάντα τελειώνουν.
Δεν πάνε ψηλά, μονάχα δύουν.
Μα δεν με νοιάζει πια,
έχασα τη θέληση να ζητώ περισσότερα,
Δεν φοβάμαι καθόλου,
Βλέπω τα πάντα καθώς καταρρέουν,
όμως θυμάμαι όταν ήμασταν νέοι.
Εκείνους που συνήθιζαν να ξοδεύουν,
Την αίσθηση του στυλ και του καλού τους γούστου,
Που επιβεβαίωναν το δίκιο σου
Έι δεν το ‘ξερες ό,τι είχες δίκιο;
Δεν φοβάμαι πια,
Κρατώ το βλέμμα μου στην πόρτα,
όμως θυμάμαι…
Δάκρυα θλίψης για σένα,
Περισσότερη ένταση για σένα,
Καθρεφτίζει μια στιγμή στο χρόνο,
Μια ξεχωριστή στιγμή στο χρόνο,
Ναι ξοδέψαμε το χρόνο μας,
Στην πραγματικότητα δεν είχαμε χρόνο,
Όμως θυμόμαστε όταν ήμασταν νέοι.
Και σεις άγγελοι του θεού το νου σας
Και όλοι εσείς οι δικαστές το νου σας,
Γιοι της τύχης, να ‘χετε την έγνοια
Για όλους όσους δεν βρίσκονται εκεί
Δεν φοβάμαι πια,
Δεν φοβάμαι πια,
Δεν φοβάμαι πια,
Ω, δεν φοβάμαι πια.
 

Νέα αυγή ξεθωριάζει (1979)
Μια αλλαγή ταχύτητας, μια αλλαγή ύφους.
Μια αλλαγή σκηνικού, δίχως τύψεις.
Μια ευκαιρία να ατενίσεις, να θαυμάσεις την απόσταση,
Ακόμη απορροφημένος, παρόλο που ξεχνάς.
Χρώματα άλλα, διαφορετικές αποχρώσεις,
Πάνω σε καθετί, έγιναν λάθη.
Πήρα το φταίξιμο.
Χωρίς σκοπό είναι απλό να δεις,
Ένα γεμάτο όπλο δεν θα σ’ ελευθερώσει.
Έτσι λες.
Παρέα θα πιούμε ένα ποτό και θα βγούμε έξω,
Μια οργισμένη φωνή και μια που κλαίει,
«Θα σου δώσουμε τα πάντα και ακόμα περισσότερα,
Η πίεση μεγάλη, δεν αντέχω άλλο,»
Περπάτησα πάνω στο νερό, πέρασα μέσα απ’ τη φωτιά,
Δεν γίνεται να το νιώσω πια.
Ήμουν εγώ, περιμένοντας εμένα,
Ελπίζοντας σε κάτι περισσότερο,
Εγώ, βλέποντας εμένα αυτή τη φορά,

Ελπίζοντας σε κάτι περισσότερο.


Ατμόσφαιρα (1979)
Περπάτα στην σιωπή,
Μην φεύγεις, σιωπηλά.
Δες τον κίνδυνο,
Πάντα κίνδυνος,
Ατελείωτες κουβέντες,
ανασύσταση ζωής,
Μη φεύγεις.
Περπάτα στη σιωπή,
Μην αποστρέφεσαι, σιωπηλά.
Η σύγχυσή σου,
Η αυταπάτη μου,
Φορεμένες σαν μάσκα αυτοαπέχθειας
Έρχονται αντιμέτωπες κι ύστερα σβήνουν.
Άνθρωποι σαν εσένα το βρίσκουν εύκολο,
Γυμνοί να βλέπουν,
Να περπατούν στον αέρα.
Να κυνηγούν στα ποτάμια,
Μέσα στους δρόμους, σε κάθε γωνιά
Αδειασμένη νωρίς
Να προσγειώνονται προσεκτικά,
Μη φεύγεις, σιωπηλά,
Μη φεύγεις.
Νεκρές Ψυχές (1979)
Κάποιος να πάρει αυτά τα όνειρα μακριά,
Που με παραπέμπουν σε μια άλλη μέρα,
Μια μονομαχία προσωπικοτήτων,
Που στρεβλώνει όλες τις αληθινές πραγματικότητες.
Που συνεχίζουν να με καλούν,
Αυτές συνεχίζουν να με καλούν,
Συνεχίζουν να με καλούν,
Αυτές συνεχίζουν να με καλούν.
Εκεί όπου φιγούρες από το παρελθόν ορθώνονται,
Και κοροϊδευτικές φωνές ηχούν στους διαδρόμους.
Ιμπεριαλιστικός οίκος προσευχής,
Κατακτητές που πήραν το μερίδιό τους.
Που συνεχίζουν να με καλούν,
Αυτοί συνεχίζουν να με καλούν,
Συνεχίζουν να με καλούν,
Αυτοί συνεχίζουν να με καλούν.
Η αγάπη θα μας ξεσκίσει (1980)
Όταν η ρουτίνα δαγκώνει δυνατά,
Και οι φιλοδοξίες είναι φτηνές,
Και η αποστροφή κυριεύει,
Αλλά τα συναισθήματα δεν γεννιούνται,
Και αλλάζουμε τις συνήθειές μας,
Παίρνοντας διαφορετικούς δρόμους,
Τότε η αγάπη, η αγάπη θα μας ξεσκίσει και πάλι,
η αγάπη, η αγάπη θα μας ξεσκίσει και πάλι.
Γιατί είναι η κάμαρα τόσο παγωμένη;
Απομακρύνθηκες γυρνώντας στη μεριά σου
Φταίει ο συγχρονισμός μου που απέτυχε;
Ο σεβασμός ανάμεσά μας λιγοστεύει.
Κι όμως υπάρχει ακόμα αυτή η γοητεία
Που διασώσαμε καθ’ όλη τη ζωή μας.
Όμως η αγάπη, η αγάπη θα μας ξεσκίσει και πάλι,
η αγάπη, η αγάπη θα μας ξεσκίσει και πάλι.
Ουρλιάζεις στον ύπνο σου,
όλες μου οι αποτυχίες εκτεθειμένες.
Κι υπάρχει μια γεύση στο στόμα μου
Καθώς η απόγνωση παίρνει σκυτάλη.
Απλά κάτι τόσο καλό
Απλά δεν μπορεί να λειτουργήσει πια.
Όμως η αγάπη, η αγάπη θα μας ξεσκίσει και πάλι,
η αγάπη, η αγάπη θα μας ξεσκίσει και πάλι.
Δεκαετίες
Εδώ είναι οι νέοι άντρες, το βάρος στους ώμους τους.
Εδώ είναι οι νέοι άντρες, λοιπόν πού ήταν;
Χτυπήσαμε τις πόρτες του σκοτεινότερου θαλάμου της Κόλασης
Πιέσαμε στο όριο, σύραμε τους εαυτούς μας μέσα
Παρατηρήσαμε από τα αετώματα καθώς οι σκηνές εκτυλίσσονταν σε επανάληψη
Είδαμε τώρα τους εαυτούς μας όπως δεν τους είχαμε δει ποτέ
Πορτραίτα του τραύματος και του εκφυλισμού
Οι λύπες που υποφέραμε και δεν ελευθερώθηκαν ποτέ
Πού ήταν;
Ταλαίπωροι μέσα μας, τώρα η καρδιά μας είναι χαμένη για πάντα
Δεν μπορεί να αντικαταστήσει το φόβο, ή την έξαψη του κυνηγιού
Κάθε τελετουργία μας έδειξε την πόρτα για τις αναζητήσεις μας
Άνοιξε μετά έκλεισε, κι ύστερα χτύπησε πάνω στα πρόσωπά μας.
Πού ήταν;
Μετάφραση : Άννα Νιαράκηwww.vakxikon.gr


ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΜΟΝΟ...


Την ώρα που τα παραδοσιακά οχήματα των ΜΜΕ καταρρέουν μαζί με το ψεύτικο οικοδόμημα της γκλαμουριάς και της σοβαροφάνειας, κάποιοι άνθρωποι αποφασίζουν να πάρουν στα χέρια τους την ενημέρωση. Το ΜΟΝΟ, ένα περιοδικό για την πολιτική, την κοινωνία, την οικονομία και τον πολιτισμό ετοιμάζεται. Μια κολλεκτίβα περίπου 30 ανθρώπων, δημοσιογράφων, φωτογράφων, γραφιάδων και όσων συντελεστών χρειάζονται για να λειτουργήσει ένα 15ήμερο περιοδικό, βάζουν το υστέρημά τους για να μην έχουν αφεντικά, μεγαλομέτοχους, εργολάβους και λαμόγια πάνω από το κεφάλι τους και μοιράζονται εξίσου ό,τι κερδίσουν από τη δημιουργία τους. Τον Γενάρη θα περιμένουμε την γνώμη σας γι’ αυτό που φτιάχνουμε. Ανεξαρτησία, σοβαρότητα, πολυφωνία και προσπάθεια για όσο μεγαλύτερη αντικειμενικότητα είναι δυνατή στους πολωμένους αυτούς καιρούς, θα είναι κάποια από τα χαρακτηριστικά της προσπάθειάς μας.

Σιγά σιγά θα αρχίσει να λειτουργεί και ο λογαριασμός μας στο twitter @MONOpressgr , ενώ κλικάροντας στο λογότυπο μπορείτε να γραφτείτε στη σελίδα μας στο facebook. Όσο περνά ο καιρός θα βρίσκουμε κι άλλους τρόπους επικοινωνίας ενώ τις επόμενες ημέρες θα ανακοινώσουμε και την πλήρη σύνθεση της συντακτικής μας ομάδας αλλά μέχρι τώρα, για να έχετε μια εικόνα, το υλικό των πρώτων τευχών γράφουν οι παρακάτω (με τυχαία σειρά):

Μαρία Μπακοπούλου/Σπύρος Παπαδόπουλος (Το Βυτίο)/Άγγελος Κυρούσης (Loan me a dime)/Ειρήνη Μουντράκη/Λευτέρης Αδαμίδης/Βίκυ Στρατάκη/Επιστήμη Μπινάζη/Γιάννης Κιμπουρόπουλος (ΚΙΜΠΙ)/Γιάννης Gizmo/Νεκτάριος Λαμπρόπουλος/Μάρκος Φράγκος/Γιάννης Μπαμπούλιας/Άννα Μαρτίνου/Τάσος Πετρόπουλος/HUMBA!/Βασίλης Ρούβαλης/Γιάννης Πλιώτας/Δανάη Δάσκα/Βίκτωρας Τσιλώνης/Αδάμ Γιαννίκος/Χρήστος Ιωάννου/Δολερός/Τάσος Τσακίρογλου/Βασιλική Σιούτη

Να μην παραλείψω να αναφέρω ότι τον σχεδιασμό του περιοδικού και του λογοτύπου έχουν αναλάβει οι ταλαντούχοι γραφίστες του Keik Bereau (http://keikbureau.gr/)

ΜΟΝΟ για όσους δεν χρησιμοποιούν τις κολλεκτίβες ως θεωρία αλλά πιστεύουν πραγματικά ότι μπορούν να λειτουργήσουν και να δώσουν ουσιαστική ενημέρωση.

PSYCHOPOSTERS


Psychoposters: [‘saukəu - pohsters] ουσιαστικό.

“μια ψυχεδελική συλλογή από αυθεντικές αφίσες της δεκαετίας του ’60, με καλλιτεχνική, κοινωνική και φωσφορίζουσα θεματολογία”παράδειγμα. Τα PsychoPosters κάνουν την τρίτη τους εμφάνιση στο Γκράουντ Κοντρόλ.’


Το Γκράουντ Κοντρόλ, ένα διαμέρισμα στο κέντρο της Αθήνας, περιμένει να σας ταξιδέψει πίσω στο χρόνο, μέσα από εικόνες και μουσικές.Στην έκθεση παρουσιάζονται αφίσες από συναυλίες συγκροτημάτων, πολιτικά σκάνδαλα και μηνύματα διαμαρτυρίας, που αναδεικνύουν τις πρωτοποριακές τάσεις της εποχής στην Αμερική. Πρόκειται για το κλίμα μιας περιόδου που ακόμα και σήμερα παραμένει σημείο αναφοράς και έμπνευσης.
Η έκπληξη όμως έρχεται χωρίς φως, όπου ψυχεδέλεια και black light συναντιούνται.

Έκθεση Αφίσας
04/02/2012 – 10/03/2012
Εγκαίνια: Σάββατο 04/02/2012
Ώρες Λειτουργίας: Δευτέρα – Κυριακή / 16.00 – 21.00
Διεύθυνση: Κερασούντος 8, 3ος όροφος, Πλατεία Μαβίλη
Τηλ. επικοινωνίας: 6976801535
e-mail: psychoposters@gmail.com

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2012

Η ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΓΕΝΟΥΣ


Τα ακριβότερα πιάτα στον κόσμο δημιουργούνται καθημερινά στα εστιατόρια όπου προσφέρονται και μάλιστα γίνονται ανάρπαστα. Η κατανάλωση «χτυπάει κόκκινο» από πιστούς θαμώνες που μπορούν να διαθέσουν αστρονομικά ποσά για να απολαύσουν μια ομελέτα, ένα κομμάτι πίτσα, θαλασσινά, ακόμη και φρούτα! Σπάνια υλικά και δυσεύρετες πρώτες ύλες ανά τον κόσμο δημιουργούν γκουρμέ γεύσεις που είναι το λιγότερο μια. καλή επένδυση για το στομάχι! Στη λίστα που ακολουθεί θα δείτε τα πιο ακριβά πιάτα από το «φτηνότερο» στο ακριβότερο.


8. Ομελέτα 1.οοο δολαρίων
Το ξενοδοχείο «Le Parker Meridien Hotel» στη Νέα Υόρκη προσφέρει στο πρωινό του την ακριβότερη ομελέτα στον κόσμο. Είναι κατασκευασμένη από βιολογικά αβγά, κομμάτια αστακού και μαύρο χαβιάρι, ενώ «απαγορεύεται» να αφήσετε έστω και μία πιρουνιά! Πώς αλλιώς άλλωστε, αφού κάθε μπουκιά της αποτελεί μια γερή ανάληψη από την τράπεζα!


7. Μπριζόλα Wagyu
Για τους κρεατοφάγους, η μπριζόλα αυτή θα σας κοστίσει. λιγουλάκι παραπάνω! Η ράτσα των βοοειδών Wagyu έχει μια ιδιαιτερότητα: Οι αγελάδες τρέφονται με μπίρα(!) και δέχονται υπηρεσίες. μασάζ, με σκοπό το κρέας τους να είναι περισσότερο τρυφερό και ζουμερό κατά το ψήσιμο. Επιπλέον, οι επαγγελματίες των τροφίμων υποστηρίζουν ότι οι μπριζόλες Wagyu είναι αρκετά λιπαρές, με αποτέλεσμα να διαθέτουν άριστη γεύση και το κρέας τους να. λιώνει στην κυριολεξία στο στόμα! Προσοχή: Η μερίδα είναι αυστηρά για ένα μόνο άτομο και κοστίζει 2.800 δολάρια. Οπότε αφήστε τα κεράσματα για κάποια άλλη φορά!


6. Θαλασσινός «θησαυρός» – Samundari Khazana
Στην Ινδία συνηθίζουν να παρασκευάζουν πολλά πιάτα «κάρι», που είναι στην ουσία ποικιλίες βρασμένων θαλασσινών. Το ακριβότερο κάρι του κόσμου σερβίρεται σε μια μπρασερί στη Βομβάη και ονομάζεται «Samundari Khazana» ή αλλιώς » Θαλασσινός Θησαυρός». Περιλαμβάνει χαβιάρι, σαλιγκάρια της θάλασσας, αστακό και βρώσιμα κομμάτια χρυσού! Για να το απολαύσετε -και να αισθανθείτε έστω για λίγο. εκατομμυριούχος- αρκεί να διαθέσετε το ποσό των 3.200 δολαρίων για μία μερίδα!


5. Pizza Royale 007
Ποιος δεν αγαπά την πίτσα; Είναι σίγουρα ένα από πλέον διάσημα φαγητά ανά τον κόσμο, σε πολλές παραλλαγές και γεύσεις. Οι Ιταλοί γείτονές μας, γευσιγνώστες της πίτσας, δημιούργησαν την περίφμη Pizza Royale 007, η οποία μπορεί με μια πρώτη ματιά να μοιάζει με συνηθισμένη πίτσα, αλλά δεν είναι. Η ζύμη παρασκευάζεται από ένα ειδικό «οργανικό» φύλλο κρούστας, στην επιφάνεια του οποίου απλώνεται σάλτσα ντομάτας sunblush. Στη συνέχεια εμπλουτίζεται με καπνιστό σολομό, ελάφι, αστακό μαριναρισμένο σε κονιάκ και χαβιάρι εμποτισμένο σε σαμπάνια. Η πίτσα ολοκληρώνεται με βρώσιμα φύλλα χρυσού 24 Καρατίων, γεγονός που την κατατάσσει στα ακριβότερα φαγητά στον κόσμο, αφού το μικρό μέγεθος κοστίζει 4.200 δολάρια!


4. Καρπούζι Densuke
Αυτό το εξαιρετικό καρπούζι δεν πουλιέται με το «κομμάτι» αλλά με τη «φέτα»! Ευδοκιμεί αποκλειστικά στην Ιαπωνία, και κυρίως στο νησί Χοκάιντο, και είναι ακριβό λόγω της σπανιότητάς του. Το βάρος του φτάνει τα 17 κιλά και η ιδιαιτερότητά του βρίσκεται στη γεύση: Τραγανή και σκληρή σάρκα αλλά ταυτόχρονα ζουμερή και απίστευτα γλυκιά. Στην Ιαπωνία αποτελεί ένα από τα ακριβότερα δώρα, σε γάμους ή γενέθλια, αφού κοστίζει 6.100 δολάρια/τεμάχιο.


3. Πεπόνι Yubari
Έχει τέλειες «αναλογίες» και υπέροχη γεύση. Δεν είναι ένα συνηθισμένο πεπόνι αλλά ένα. έργο τέχνης. Απίστευτη γλυκύτητα, ζουμερή σάρκα και εκπληκτικό πορτοκαλο-κόκκινο χρώμα. Καλλιεργείται στην περιοχή Yubari (σ.σ. εξ ου και το όνομα), όπου, όπως πιστεύεται, το ηφαιστειακό έδαφος είναι «υπεύθυνο» για την αμίμητη γεύση του. Κι αν νομίζετε ότι αποτελεί ιδανικό φρούτο για την καλοκαιρινή σας φρουτοσαλάτα, καλύτερα να το ξανασκεφτείτε αφού κοστίζει 23.000 δολάρια το τεμάχιο! Μήπως να πάρετε ένα αυτοκίνητο;


2. Χαβιάρι Almas
Η λέξη «Almas» σημαίνει «διαμάντι» και ταιριάζει απόλυτα με το ακριβότερο χαβιάρι στον κόσμο. Χώρα προέλευσης είναι το Ιράν, ενώ το μοναδικό κατάστημα στον κόσμο όπου πωλείται το χαβιάρι «Almas» είναι το «Caviar House & Prunier» στο Λονδίνο. Συσκευάζεται σε ολόχρυσο κουτί 24 Καρατίων, ενώ η τιμή του κιλού αγγίζει τα 25.000 δολάρια. Προσοχή: Η διάρκεια ζωής του είναι ένας χρόνος, γι’ αυτό βεβαιωθείτε -αν ποτέ αγοράσετε ένα ή σας το κάνουν δώρο. γάμου- ότι το έχετε καταναλώσει μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα, γιατί. δεν είναι για πέταμα!


1. Ιταλική λευκή τρούφα Alba
Αναδίδει ένα άρωμα χώματος, ριζών δέντρων και παλαιωμένου τυριού, αλλά παρόλα αυτά είναι το απόλυτο γαστρονομικό αντικείμενο του πόθου! Η λευκή ιταλική τρούφα είναι γνωστή για τις αφροδισιακές της ιδιότητες και την εξαιρετική της γεύση. Είναι το πιο ακριβό φαγητό στον κόσμο, καθώς είναι πολύ δύσκολο να καλλιεργηθεί. Καταναλώνεται αυστηρά ωμή και ποτέ μαγειρεμένη, καθώς χάνει όλη της τη γεύση κατά το μαγείρεμα, κατά προτίμηση κομμένη σε λεπτές φέτες πάνω από ζυμαρικά ή ρύζι. Η τιμή του κιλού αγγίζει το αστρονομικό ποσό των 160.000 δολαρίων, αλλά σκεφτείτε: Με ένα κιλό τρούφα πορείτε να παρασκευάσετε. πολλές μακαρονάδες! Ή μήπως θα προτιμούσατε. ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι σας;





ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΜΕ ΠΡΟΣΕΥΧΗ


CLIPART RADIO : ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΗΜΕΡΑΣ

Το μενού σήμερα, έχει τα εξής πιάτα ημέρας :ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ,  ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΑΡΓΥΡΗΣ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΟΤΑΚΙΔΗΣ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΥΡΤΣΗΣ, ΡΟΥΜΠΙΝΗ ΝΑΤΣΗ & ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΠΟΣΚΟΙΤΗΣ
Αναλυτικά :

3 με 4 : «MΟΛΙΣ ΞΥΠΝΗΣΑ» . Ο ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ, η ψυχή του MUZINE, του πιο όμορφου και καλαίσθητου μουσικού περιοδικού που βγήκε ποτέ στη χώρα μας, ανοίγει τα μάτια του κι ανοίγει την μέρα μας με μουσικές πανέμορφες, χωρίς πολλά λόγια, με πολλά δώρα κάθε λογής και πολύ γενναιοδωρία. Μουσική και καλή καρδιά.

4 με 6 : «Transmission» νέα εκπομπή του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΡΓΥΡΗ, κατευθείαν από την Ρόδο σε μια υπερκόσμια πτήση με μουσικές να εξάψουν το ενδιαφέρον σας και να κάνουν το απόγευμά σχεδόν “καλοκαιρινό”. ΟΛΟΖΩΝΤΑΝΟΣ κι ΟΛΟΦΡΕΣΚΟΣ ήχος.

6 με 8 : «Εκτός Ορίων» / ΚΩΣΤΑΣ ΠΟΤΑΚΙΔΗΣ. Ένα ταξίδι σιωπηλό , ασάλευτο , μακρινό και χωρίς επιστροφή. Σα ταινία του Αγγελόπουλου . Η σιωπή λεν πως είναι χρυσός . Έτσι λοιπόν η σημερινή μας εκπομπή θα στερηθεί του λόγου και θα σας ταξιδέψει με τους ήχους της μουσικής και με μικρά εμβόλιμα ηχητικά αποσπάσματα . Αφέθητε και ταξιδέψτε μαζί μας .
Καλό ταξίδι Δάσκαλε και είθε να βρεις τα Κύθηρα σου ……

8 με 10 : ακούστε κι απολαύστε την εκπομπή «MUSICAL COMMUNION» που παρουσιάζει ο Constantine Kyrtsis από το Λονδίνο με απογειωτικές μουσικές που διαλέγει για εμάς πριν από εμάς και πολύ μετά από εμάς, για όλους εμάς… Σαν να πίνετε το ποτό σας στο Πικαντίλι Σίρκους, ένα πράγμα.Σ

10 με 12: «Floating in Space» / ΡΟΥΜΠΙΝΗ ΝΑΤΣΗ. < Ground control – Εντοπίσαμε παρεμβολές – Do you copy? > Αρχαίο λέιζερ του διαστήματος, δώσε ζωή σ’ αυτό το γερασμένο κομμάτι άνθρακα, και μια μεγάλη κοφτερή μύτη. < Roger – Οι παρεμβολές έχουν πολύ δομημένο μοτίβο, σχεδόν σαν μουσική, στέλνω συντεταγμένες και αναμένω λεπτομέριες – Over > Θα πετύχει, δεν θα αντέξω αν δεν πετύχει. Πρέπει να καλύψω επιτέλους τους μονότονους στείρους ήχους που μολύνουν το υπερπέραν. < Ερχεται από την περιοχή του Κρόνου. Εξαπλώνεται γρήγορα. Περιμενω εντολές – Over > Τα κατάφερα! Θα καεί το σύμπαν! Τελικά υπάρχει Θεός! Ας βάλει το χέρι του να κανεί λίγο Scratch… < It’s loud! It’s an Interplanetary Groove-Allegiance… Abandon all posts and Hit the DanceFloors – OVER ‘Ν’ OUT >

12 με 2 : «ΑΣΜΑΤΑ και ΜΙΑΣΜΑΤΑ» / ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΠΟΣΚΟΙΤΗΣ. Καινούργια εκπομπή, ολόφρεσκη παρουσία αναμέσα μας. Ο Αντώνης Μποσκοϊτης Λάτρης του στερητικού άλφα, παραμένει άγαμος, άφραγκος, άναρχος κι ανέμελος, προσπαθώντας να εναρμονιστεί όσο γίνεται περισσότερο με την αταξία του σύμπαντος. Φανταστείτε τι είδους ιστορίες έχει να μας διηγηθεί και πόσες εμπειρίες να μοιραστεί μαζί μας. Τεντώστε τα αυτιά σας, τεντώστε το μυαλό σας, τεντώστε τις αισθήσεις σας.

Αν δεν μπορείτε να μας δείτε
Ακούστε μας
Αν δεν μπορείτε να μας ακούσετε
Φανταστείτε μας

ΑΠΟΨΕ ΝΤΕΦΙΑ ΚΑΙ ΚΕΦΙΑ


Ακούσατε… Ακούσατε.. Απόψε στου Clipart Radio την αυλή θα γένει
γλέντι και πανηγύρι, με ντέφια, κέφια και λαϊκή ορχήστρα.
Στις 12 με 2: στην εκπομπή “EΛΑ ΣΤΟΝ ΘΕΙΟ” .
Ο θρυλικός Θείος Νώντας μαζί σας,
σαν ένας μεταμεσονύκτιος Δον Κιχώτης
σας κρατά συντροφιά με μουσική,
θα μοιράσει γλυφιτζούρια και θα σας πει τη τύχη σας
στο φλιτζάνι του καφέ και θα βρει δύο λόγια παρηγοριάς
για όσα συμβαίνουν γύρω μας και γενικώς θα σας πει ιστορίες,
απ΄αυτές που έλεγαν οι παππούδες στα εγγόνια μπροστά από το τζάκι,
τις κρύες και μοναχικές νύχτες…
σε έκτακτη εμφάνιση στο ρόλο του Σάντσο Πάντσα
ο ξεπεσμένος αγενής Βαρόνος Όρσον.
Φορέστε τα καλά σας και σπεύσατε…

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012

ΠΕΜΠΤΗ ΣΕ ΕΡΗΜΗ ΓΗ


CLIPART RADIO : ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΗΜΕΡΑΣ
Το μενού σήμερα, έχει τα εξής πιάτα ημέρας :ΝΕΚΤΑΡΙΟ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟ, ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΑΜΠΟ, ΦΙΛΙΠΠΟ ΧΡΥΣΟΠΟΥΛΟ, ΣΠΥΡΟ ΧΗΡΑ, ΓΡΗΓΟΡΗ ΚΟΣΣΥΒΑΚΗ , ΒΑΡΩΝΟ ΟΡΣΟΝΑ και ΘΕΙΟ ΝΩΝΤΑ aka ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΟΥΛΙΚΑΚΟ

ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ:

3 με 4 : «MΟΛΙΣ ΞΥΠΝΗΣΑ» . Ο ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ, η ψυχή του MUZINE, του πιο όμορφου και καλαίσθητου μουσικού περιοδικού που βγήκε ποτέ στη χώρα μας, ανοίγει τα μάτια του κι ανοίγει την μέρα μας με μουσικές πανέμορφες, χωρίς πολλά λόγια, με πολλά δώρα κάθε λογής και πολύ γενναιοδωρία. Μουσική και καλή καρδιά.

4 με 6: «BRAINESSANCE » Αναζητούμε περισσότερη αρμονία, τη σκιά και λίγο νερό να ξεδιψάσει η ψυχή μας, να δροσιστούν τα χείλη μας, να γίνει ο ήλιος φιλικό χάδι και η στρογγυλεμένη της μέρας σιγαλιά, μια τελεία στη μουσική του απείρου. Ενδιάμεσα εσείς κι εμείς κι ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΑΜΠΟΣ.

6 με 8 : «Route 66». ο Φίλιππος Χρυσόπουλος μπαίνει στην αγαπημένη του χτυπημένη Buick 8, παίρνει τον “Route 66″ και ταξιδεύει σε παλιά και καινούργια λημέρια. Περνάει από μικρά, σκονισμένα μπαράκια
όπου οι μπάντες παίζουν για την ψυχή τους, τις μπίρες τους και μερικά δολάρια για βενζίνη. Σταματάει
όπου ακούει rock ‘n’ roll, blues,country, soul, rhythm ‘n’ blues, gospel, garage και, φυσικα, Elvis. Κλείνει τα αυτιά στις εποχικές μόδες και τραγουδάει δυνατά ό,τι είναι αυθεντικό, αληθινό. Εκεί, κάπου στην έρημο της Δύσης, Παραμένει πιστός σε αυτόπου έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι:
“It’s only rock ‘n’ roll but I like it.

8 με 10: «ΤΙ ΕΙΧΑΜΕ ΤΙ ΧΑΣΑΜΕ» Μια δίωρη περιπλάνηση σε μουσικά μονοπάτια που έχουμε περπατήσει και έχουμε αγαπήσει, σε μονοπάτια καλά κρυμμένα που ΜΥΣΤΗΡΙΑΚΑ σας αποκαλύπτονται, ….. A Walk On The Wild Side!!! γιατί η Μουσική Είναι Μια. Μέσα από χιλιάδες βινύλια και CD στο ρόλο του οδηγού και εξερευνητή οΣπύρος Χήρας. ……..All Aboard!!!

10 με 12: «Countdown to Zero» (μια “επιστημονική” εκπομπή) ο Γρηγόρης Κοσσυβάκης (aka Gregory the Sonic) θα εξερευνά τους δρόμους του γκαράζ, της ψυχεδέλειας αλλά και των μουσικών που οδήγησαν εκεί, η πήγασαν από εκεί με σκοπό ν’ αποδείξει την διαχρονικότητα του είδους και το πως, πολλά μουσικά κινήματα στην ουσία βασίστηκαν σε αυτό τον τρόπο έκφρασης. Το βασικό συστατικό του είδους βέβαια και το σημαντικότερο της εκπομπής , θα είναι το fun! fun! fun!

12 με 2: EΛΑ ΣΤΟΝ ΘΕΙΟ» . Ο θρυλικός Θείος Νώντας μαζί σας, σαν ένας μεταμεσονύκτιος Δον Κιχώτης σας κρατά συντροφιά με μουσική, θα σας πει τη τύχη σας στο φλιτζάνι του καφέ, θα βρει δύο λόγια παρηγοριάς για όσα συμβαίνουν γύρω μας και γενικώς θα σας πει ιστορίες, απ΄αυτές που έλεγαν οι παππούδες στα εγγόνια μπροστά από το τζάκι, τις κρύες και μοναχικές νύχτες… σε έκτακτη εμφάνιση στο ρόλο του Σάντσο Πάντσα ο ξεπεσμένος αγενής Βαρόνος Όρσον.

Αν δεν μπορείτε να μας δείτε
Ακούστε μας
Αν δεν μπορείτε να μας ακούσετε
Φανταστείτε μας

ΑΝΤΙΟ ΓΕΙΤΟΝΕ ΘΟΔΩΡΕ


32 ολόκληρα χρόνια,
μια καθημερινή συνάντηση
γωνία Σολωμού και Σουλτάνη
ένα συγκρατημένο χαμόγελο
μια αόριστη καλημέρα
σήμερα ένα αντίο

Πήγαινα στα Κήθυρα,
πάνω σε μια σχεδία
που διέσχιζε μια πυκνή ομίχλη
Ταξίδευα σε μια φουρτουνιασμένη θάλασσα
Άκουγα όλη νύχτα μια φωνή;
– Ζεί ο Μίνως;
– Ζεί;
– Ζεί ο Θωμάς, ο Ηλίας, ο Μάνος, ο Μιχάλης;
– Ζούνε;
– Ζούνε – τουλάχιστον – εντός σου;
και η φωνή κάθε φορά που ρώταγε
γινόταν πιό παράξενη
πιο απόκοσμη
πιο ανατριχιαστική
– Ζεί ο Βαγγέλης, ο Παύλος, η Κατερίνα;
– Ζεί ο Αλέξανδρος, ο Χριστόφορος, η Αλεξάνδρα;
κι απαντούσα ανάμεσα σε κάθε όνομα
– όχι
– όχι
– όχι
και για κάθε “όχι”
ένα δάκρι ξέφευγε
και έγιναν τα όχι και οι αναστεναγμοί
τεράστια φουρτούνα
που με έπνιξε και ξύπνησα
και έσφιξα τη ζώνη στο παντελόνι
και σφίχτηκε το στήθος
κι έτσι με δάκρια στα μάτια
ξεκίνησα και σήμερα τη μέρα
ήρθε η συντέλεια του κόσμου σου λέω,
αυτή ζούμε, αυτή βιώνουμε
είναι θέμα ωρών να αναποδογυρίσει
αυτό το καρυδότσουφλο
που σωσίβιο λέμβο το ονομάσαμε
και πια τα ποιήματα
από γαλήνιο καταφύγιο
μνημόσυνα γίναν