Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2012

ΡΟΒΗΡΟΣ ΜΑΝΘΟΥΛΗΣ


ΣΤΟΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΠΟΙΗΤΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Ποιητή,
με ντουφέκισες τα μεσάνυχτα
Όρθιο στο στίχο σου
Έτοιμος να κλάψω.

Τα τελευταία μου λόγια,
Σύμφωνα με την παράδοση,
Ήσαν:
Ζήτω τα μελαψά πρόσωπα
Τ΄ ανάκατα μαλλιά
Τ’ αρρενωπά πουκάμισα
Ζήτω ο ένας

Οι πολλοί
Οι Λίγοι
Ζήτω τα μπρεντ
Οι σαρανταπεντάρες
Οι κάνες, το μέταλλο, οι σκανδάλες
Ζήτω τα χαρακώματα
Τα γένεια,
Τα παραμπέλουμ, τα φυσεκλίκια
Οι μαύρες μαντίλες,
Οι ηρωισμοί: θέματα συζητήσεων στου Λουμίδη.
Ποιητή
Τώρα
Με προετοιμάζεις
για μια καινούρια έκδοση της Ιστορίας
Για μια καινούρια Ιστορία,
Με το ίδιο χαρτί, ίδιο σχήμα, ίδια στοιχεία, ίδιο μελάνι,
ίδιο δέσιμο, ίδιο τίτλο.

Εγώ
Τώρα
Τι να κάνω ;
Ν’ αλλάξω πρόσωπο στο χειρουργείο ;
Ν’ αλλάξω ψυχή στο καφενείο ;
Άλλαξα κι’ εγώ μάρκα τσιγάρων
(με τύλιξαν οι ολοσέλιδες διαφημίσεις)
Αγόρασα γυαλιά ηλίου
Κι’ ερευνώ τις βιτρίνες
για ένα καλοκαιρινό πουκάμισο της προκοπής.

Με δυο γκαζόζες, πηγαίνω σινεμά τα βράδια
Και παίζω και τον εραστή
όταν μου λάχει πρώτος ρόλος
(Έτσι που μου αφήρεσαν ολάκερο το έργο,
έμεινα ένας άνεργος κομπάρσος
που διαβάζει τακτικά τα καλλιτεχνικά νέα
χωρίς κανένα ενδιαφέρον για τα συνέδρια ειρήνης).
Χωρίς ιστορία – που να πάρει ο διάολος
Χωρίς μια μπερέτα
Μια πολωνέζικη, ένα μυστικό τυπογραφείο.
Τώρα
Συλλέγω χαρτοκόπτες.

ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΤΡΕΛΟΣ

Είμαι τυχερός,
δεν έχω έϊντς,
δεν έχω καρκίνο
–φτου-
σπασμένο κόκαλο δεν έχω,
ανικανότητα μηδέν,
δεν είμαι τρελός,
τι άλλο θέλω;

Δεν έχω κλειστεί στη Βαστίλη,
ούτε με τον Μαρκήσιο ντε Σαντ
στο τρελάδικο της Σαραντόν,
ούτε καρατομήθηκα ποτέ,
ούτε με βίασε κανείς στο Αλκατράζ.
Την Ιερά Εξέταση
-ένας θεός ξέρει πώς-
τη γλίτωσα κι΄ αυτήν.
Τα ηλεκτροσόκ, κι΄ αυτά τα γλίτωσα,
δεν είμαι τρελός.
Τι άλλο θέλω επιτέλους:

Στις νοσοκόμες της Σαλπετριέρ
-που ταλαιπώρησαν την Καίτη-
έκανα μήνυση,
για όσες και όσους ταλαιπώρησαν.
Λουτρό τρόμου από κοντά δε γνώρισα,
ούτε είδα να πάλλεται μέσα μου
η χορδή του πόνου.
Ποτέ δε μου φορέσαν αλυσίδες στο λαιμό,
αλυσίδες στα πόδια,
ακάνθινο στεφάνι στο μυαλό,
ποτέ δε μ΄ανεβάσαν στον τροχό
ή με καθίσαν σε καρέκλα ηλεκτρική
και τα ηλεκτροσόκ ακόμα
τα γλίτωσα
-κι΄αυτά-
ούτε υπέστην άλλον γοτθικό βασανισμό
ή κάποια δόση κανενός ζουρλομανδύα.
Δεν έχω υποστεί κατάθλιψη
ούτε ψύχωση του Κρέπελιν
ούτε βλάβες του συναισθήματος
ούτε εκκεντρικό με βρήκαν,
άρα δεν είμαι τρελός.

Αλκοολικός, ναρκομανής,
εκφυλισμένος κάποιας μορφής
δεν ήμουν δεν υπήρξα.
Ούτε αλλαξοπίστησα.
Όχι πως δεν εδείλιασα
πως δε φοβήθηκα,
πως δεν εκρύφτηκα,
άρα τρελός δεν είμαι…

Κανένα δεν εσκότωσα,
φίλο δεν επρόδωσα,
καμιά δε χώρισα
όλες τις αγάπησα.
Κλεπτομανής, μονομανής,
δεν ήμουν δεν υπήρξα
κι’ από μελαγχολία,
ούτε κατά διάνοια.
Κανένα δεν εφθόνησα
ούτε που καταράστηκα
ούτε που έδειρα
-αν και πολλά τα κτήνη,
μονάχα τους με τον καιρό
στη θέση τους μπήκαν μπαίνουν και θα μπουν-
σχιζοφρενείς καλλιτέχνες είχα φίλους,
σχιζοφρενής καλλιτέχνης δεν ήμουν εγώ,
ρεαλιστής, υπερρεαλιστής
και λετριστής ακόμα ήμουνα ναι,
αλλά τρελός όχι ποτέ.

Υπνοβάτης δεν είμαι,
δεν υπνωτίζω ούτε υπνωτίζομαι,
επιδειξίας δεν ήμουν ποτέ,
ούτε παιδοπίππης ούτε βιαστής
ούτε νευρωτικός,
ούτε καν υστερικός,
ιστορικός ναι,
τρελός όχι.

Ο Φρόυντ με ακολουθεί καταπόδας
βεβαίως,
αλλά όχι δεν έχουμε συναντηθεί,
ούτε καν στα όνειρά μου
τα φροϋδικά.
Δεν παίρνω ηρεμιστικά,
δεν βλέπω φιλμ τρομαχτικά,
ενώπιον δε του big bang
δεν λιποθυμώ,
απλώς,
ανησυχώ.
Ευτυχώς.
Άρα,
τρελός δεν είμαι.

“ΜΕ ΤΟ ΕΙΣΗΤΗΡΙΟ ΓΙΑ ΤΟ Β… ΣΤΟ ΧΕΡΙ”

Και τώρα που θα φύγω
και θα πάω στα ξένα
τι θα γίνει η χώρα,
το κράτος
κι΄ η παρέα ;
Τι θα γίνουν όλ΄αυτά
χωρίς εμένα;
Τώρα που θα πάρω
το πλοίο στον Περαία…;

ΟΝΕΙΡΟ

Ήταν δεν ήταν ώρα δύο τάχατες,
μεσάνυχτα και κάτι.
Τα virus είχαν κοιμηθεί, αν δεν είχαν φύγει.
Στο μαξιλάρι ξεκουράζονταν οι όροι,
δίπλα στο iBook G4, και στη γωνιά το Mac OS X
περίμενε με μισόκλειστα τα fonts and tools.
Τα giga-giga όπως πάντα.
Ανέπνεα κανονικά θαρρώ
και σίγουρα με πήρε ο ύπνος.
Όμως από το modem βγαίναν USB
και τρέχαν στην οθόνη.
Τα δάχτυλά μου ένιωσα πλήκτρα να πατούν
και Super-Super Greek να γράφουν,
όμως helvetica και times γέμιζε το παράθυρο.
Όχι, του λέω, τίποτ’ αυτό, help φωνάζω και πατώ.
Save μου λέει.
Γυρίζω απ’ το άλλο το πλευρό
και πατώ save, τι να κάνω;
Times ; Times από δω και πέρα.
Άλλωστε είχε αδειάσει και η μπαταρία.
Ξαναγύρισα στο άλλο πλευρό.
Ή τουλάχιστο έτσι νομίζω.

Η ΜΕΘΗ ΤΟΥ ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗ

Άραξα και πίνω
Πίνω.
Πίνω από τα μάτια σου
Πίνω από τα χείλη σου
Πίνω από τα χέρια σου
Απ΄τα δάχτυλά σου πίνω.
Γέμισά τα πάλι τα μάτια
Γέμισέ τα πάλι τα χείλη
Με το κρασί που λάμπει
Στο βλέμμα σου που λάμπει
Και δώσε μου κουράγιο
Και δώσε μου να πιω
Και στάσου στο μουράγιο
Να σε δω
Και να σε πιω.
Πριν την άγκυρα σηκώσω
Πιωμένος να φύγω
Και μεθυσμένος.

ΜΟΝΟΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΦΗ

Μόνος είσαι όταν γράφεις
μόνος όταν μόνος σου γελάς
μόνος όταν ξαναβάφεις
τα φυλλοκάρδια της καρδιάς
μόνος με τα κοκκινάδια
όταν στέρεψαν τα χάδια
στην παλέτα της μπογιάς.
Γέμισε χαρακώματα ο δρόμος
βήμα κανένα πια δε πλησιάζει
χύθηκε στα στρώματα ο τρόμος
το οδόστρωμα γέμισε χαλάζι.
Δεν ήρθε, δεν θά΄ ρθει, δεν αναστενάζει
δεν άφησε ίχνη από χιόνι στο περβάζι.
Μόνος είσαι όταν γράφεις
όταν χύνεις τα δάκρυα της σοδειάς
μόνος και στην παραλία της Ανάφης
ολόγυμνος, με τα ρούχα μόνο της φωτιάς. (Δεκαετία 1990)

ΤΟ ΠΑΛΤΟ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΝΕΙ

Το έγκλημα έγινε στο σταυροδρόμι.
Ο νεαρός δολοφόνος
έριξε το παλτό του
στη γυμνόστηθη Ατθίδα
και στην κάρφωσε στην άσφαλτο.
Άφησε πίσω του εσώρουχα
κατακόκκινα μάγουλα
μια μακριά αλυσίδα από γάμπες γυναικείες
και πρόσφορα
από το ναό
που λειτούργησε σε πλήρες σκότος. (Δεκαετία του 1990)

Aspetare e non venire è una cosa di morire *

I.
Βίαια τα όνειρα
κανένα φως στο δρόμο,
αφήστε μου τουλάχιστο
του δαυλού τη γεύση.
Έχω μάθει
τους μανδάλους σας
απέξω,
μα κλειδί
δεν έχω
για να παίξω,
ούτε κώδικα σοφό,
κάγκελα μόνο
και μια αλλαγή κάλτσες.

ΙΙ.
Το κορμί της πώς θα περάσει
από τα σύρματα
ακάνθινα όπως είναι και γαλάζια
και πώς από εικόνες
το εικόνισμα θ ΄ αδειάσει
για να την
υποδεχτεί ;

ΙΙΙ.
Όταν με χρίσουν τροβαδούρο
φωνάξτε τις τουλίπες
να χορέψουνε
με σηκωμένες
τις φούστες.
Μα μην ασπρίσουν το κελί
όταν με βγάλουν πια
απ΄αυτές τις τρύπες.
Κι΄ όταν ελεύθερο
με μεταφέρουν στα χωράφια μου,
θα σας δείξω
πού έχει παπαρούνες
και πού έχει μόνο σημαίες, (Δεκαετία 1990)

* Αυτή η επιγραφή βρέθηκε στον τοίχο ενός κελιού, μετά το τέλος του πολέμου,
σε φυλακή της Κρήτης που είχε και Ιταλούς κρατουμένους.

Ο ΤΡΙΤΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΕΑΣ

Πήγαινε πάντα μπροστά
ένα βήμα
κραυγάζοντας λαλίστατος
τη σιωπή μας,
με το απολυτήριο της φυλακής
ανελέητα στο χέρι.
Και πίσω εμείς
με λουλακί πουκάμισα
σαν Ελλανόδικος Επιτροπή
που δεν διαλαλεί
των νικητών τις ήττες.
Από της Αραχώβης θαρρώ
τα ρείθρα
σηκώθηκεν η σφαίρα
που σφηνώθηκε
στον αθωράκιστο γιακά του.
Κι΄έπεσε κεραυνόπληκτος
από εμφύλιο βόλι
καθυστερημένο,
ο Τρίτος της Παρέας.