Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

O ΗΛΙΑΣ ΖΕΙ ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ

January 22, 2012
Το ένα και τα πολλά πρόσωπα του Ηλία Πετρόπουλου
εκπληκτικό κείμενο του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου

Εκ πρώτης όψεως, ο άνθρωπος με το βελούδινον καπέλλο εφαίνετο να ρεμβάζη μέσα στην τύρβην της φθινοπωρινής βραδιάς. Ωστόσο δεν ερέμβαζε. Κρατούσε στο αριστερόν του χέρι το ωρολόγιόν του και μετρούσε πόσες ξανθές και πόσες μελαχροινές εδιάβαιναν κατά λεπτόν ενώπιόν του, και μόλις παρήρχοντο εμπρός από την διαφημιστικήν στήλην, εσημείωνε την κάθε μια, σύμφωνα με την απόχρωσιν της κόμης της, σε ένα κυτίον σιγαρέττων. Καίτοι ο άνθρωπος αυτός εθεωρείτο από τους περισσοτέρους ως ημιπαράφρων, όσοι έτυχε να τον γνωρίσουν εκ του σύνεγγυς τον εθεώρουν ίσως εκκεντρικόν, αλλ’ εβεβαίουν ότι είχε σώας τας φρένας του. Η αλήθεια είναι ότι αυτό που εξελαμβάνετο ως διασάλευσις της ψυχικής του ευρυθμίας, δεν ήτο κατά βάθος παρά μία απόρροια πλουσιωτάτης ιδιοσυγκρασίας και μέγα θάρρος συναισθηματικόν.

Μπορεί ο Ανδρέας Εμπειρίκος, από τη Ζεμφύρα τού οποίου με ευχαρίστηση αντιγράφω άλλη μια φορά το παραπάνω απόσπασμα, να έγραφε το 1945 και ν’ αναφέρεται μάλιστα σε μιαν εποχή ακόμη πιο παλιά, από την πρώτη στιγμή ωστόσο που διάβασα αυτές τις λίγες σειρές η σκηνή ταυτίστηκε απόλυτα στο μυαλό μου με τη μορφή του Ηλία Πετρόπουλου. Έτσι περίπου ή έτσι ακριβώς τον φαντάζομαι συχνά να κάθεται σ’ ένα υπαίθριο καφέ στο Παρίσι (εκεί εξάλλου εκτυλίσσεται και η αφήγηση του Εμπειρίκου) και να κοιτάζει τις γυναίκες που περνάνε από μπροστά του. Κι όσο αυθαίρετος και παράδοξος κι αν φαντάζει ο παραλληλισμός που επιχειρώ, δεν είναι στην πραγματικότητα ολότελα αστήρικτος και δεν θα ήταν υποθέτω και δυσάρεστος για τον ίδιο τον Ηλία Πετρόπουλο. Έχει εξάλλου πολλές φορές εκφράσει την αγάπη του για τον Εμπειρίκο, όπως το κάνει απερίφραστα και στην εισαγωγή του για τα Ακόλαστα Σονέτα του Αρετίνου: Για μένα ο Εμπειρίκος ήτανε, και παραμένει, ένας εκλεκτός ποιητής. Τον έχω αναφέρει αρκετές φορές στα ποιήματά μου.

Όσο για τα ένδοξα Παρίσια και τα εξίσου, αν όχι περισσότερο, ένδοξα καφέ και ρεστοράν τους έχουν συχνά περάσει από τα ποιήματα τού Πετρόπουλου άλλοτε ως ανώνυμο σκηνικό και άλλοτε ως πρωταγωνιστές των στίχων του. Είναι το Atrium, όπου πίνει καφέ και συζητάει με τη γυναίκα του και όπου έδινε κάποτε τα ραντεβού του με τον Άρη Αλεξάνδρου. Είναι το Capannina, καφενεδάκι των γέρων αναρχικών του Παρισιού κάποτε και τώρα ιταλικό ρεστοράν, όπου συνηθίζει να πιάνει τραπέζι στο πεζοδρόμιο. Είναι η Palette, όπου πίνει μπίρα τα Σαββατόβραδα και συναντάει τον αγαπημένο του Roland Topor και άλλους εικαστικούς καλλιτέχνες. Κι άλλα ακόμη που δεν ονομάζονται, μα είναι διαρκώς παρόντα στα ποιήματά του και στη ζωή του και στα οποία κάθεται μόνος ή με συντροφιά και πίνει τον καφέ του καπνίζοντας και κοιτάζοντας τριγύρω.

Άνοιξη, και ήλιος, και περαστικές παριζιάνες.
Θα το επαναλάβω: το ηλιόλουστο Παρίσι
είναι μια δοξασμένη πόλη είναι
το ηλιόλουστο Παρίσι είναι ένα άλλο Παρίσι.

Καθόμαστε σε ψάθινες καρέκλες μπρος στην Palette
και κοιτάζομε τα πόδια των γυναικών.

Υπάρχει όμως, εκτός από αυτή την παρισινή εικόνα του Ηλία Πετρόπουλου που έχω στον νου μου (και τις ανάλογες στο Βερολίνο και στη Ρώμη, στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, που γνωρίζω και μπορώ να φανταστώ) και μια άλλη πλευρά του που με επιμονή επανέρχεται στο μυαλό μου και μολονότι μοιάζει, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, να αντιφάσκει με την προηγούμενη, στην πραγματικότητα η μία δεν θα είχε καμία αξία χωρίς την άλλη – άσε που ο ίδιος ο Πετρόπουλος έτσι κι αλλιώς δεν το ‘χε σε τίποτε να αντιφάσκει που και που, και με λόγους και με πράξεις, και να καυχιέται μάλιστα γι’ αυτό (αντιφάσκω, άρα ζω, έγραφε ήδη από τον Μάιο του 1967)• γνώριζε καλά και από μικρός, καθώς φαίνεται, το έργο του Μπωντλαίρ και τη διάσημη παρατήρησή του: Ανάμεσα στα δικαιώματα, για τα οποία έγινε λόγος τελευταία, υπάρχει ένα που ξεχάστηκε και που για την κατάδειξή του ενδιαφέρεται όλος ο κόσμος – το δικαίωμα να αντιφάσκεις με τον εαυτό σου.

Τον φαντάζομαι στο Παρίσι πάλι όχι όμως στα βουλεβάρτα και στα καφέ, μα μέσα στο σπίτι του αυτή τη φορά, εκεί όπου πέρασε τα τελευταία τριάντα σχεδόν χρόνια της ζωής του, στο νούμερο 34 της rue Mouffetard, σ’ ένα διαμέρισμα γεμάτο με τις δημιουργίες των αγαπημένων του ζωγράφων, με λίγα δικά του κολάζ και μερικές φωτογραφίες στους τοίχους, μπροστά στο γραφειάκι του μ’ έναν ογκώδη φάκελο στο χέρι να εργάζεται πάνω σ’ ένα καινούριο θέμα – να εργάζεται αγρίως, όπως λέει και κάτι ξέρει βέβαια αυτός, ο φίλος του ο Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος. Και συνεχίζει: Τέρας μνήμης και αντοχής, με δαιμόνιο οργάνωσης και ταξινόμησης του υλικού του, ακούγοντας μουσική από τα μαύρα μεσάνυχτα (ρεμπέτικα και τζαζ), κάθιδρως και με ανεμιστήρες να βουίζουν γύρω του…

Στο τελευταίο από τα Άρθρα του στην Ελευθεροτυπία υπάρχει μια δήλωσή του που δημοσιεύτηκε τα Χριστούγεννα του 1994, στην οποία επιχειρεί έναν προσωπικό απολογισμό της δουλειάς του κατά το έτος που πέρασε και που επιβεβαιώνει πλήρως και πανηγυρικά την ωραία περιγραφή του συνονόματού του Παπαδημητρακόπουλου. Μεταφέρω επιτροχάδην τα καθέκαστα εκείνου του έτους: Ταχτοποίηση του αρχείου του (που πρέπει χωρίς αμφιβολία να το φανταστούμε τεράστιο, μολονότι το μεγαλύτερο μέρος του βρίσκεται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη). Γράψιμο ορισμένων ακόμη άρθρων για την Ελευθεροτυπία. Προετοιμασία της δομής και επιλογή της εικονογράφησης (χίλιες εικόνες σχεδόν) του βιβλίου του Η τραγιάσκα. Συγγραφή, δακτυλογράφηση και διόρθωση του βιβλίου του Η ονοματοθεσία οδών και πλατειών. Συγγραφή τεσσάρων ακόμη άρθρων και μιας μελέτης για Τα λάθη του Παπαδιαμάντη. Και για την επόμενη χρονιά, προετοιμασία για μιαν εισαγωγή σε μια δίτομη έκδοση του Αρετίνου και για τη συγγραφή της Τραγιάσκας.

Καθώς βλέπετε, καταλήγει, κι αυτή η χρονιά κύλησε μόνο με δουλιά. Είμαι επαγγελματίας συγγραφέας και δουλεύω κανονικό ωράριο, σαν δημόσιος υπάλληλος. Αξίζει νομίζω να μεταφέρουμε εδώ κάπως πιο αναλυτικά τις ιδιότητες αυτού του ιδιόμορφου δημοσίου υπαλλήλου, ο οποίος σε ολόκληρη τη ζωή του δεν έκανε τίποτε άλλο, καθώς ο ίδιος ισχυρίζεται, από το να προσπαθεί να αποδείξει με τα βιβλία του και το ζωντανό του παράδειγμα ότι ο συγγραφέας μπορεί να υπάρξει κόντρα στο Κράτος.
Έχουμε και λέμε, λοιπόν: ακάματος λαογράφος και ιδιότυπος ιστορικός του ελληνικού πολιτισμού, διεισδυτικός ερευνητής και μελετητής του ασήμαντου, ιστοριοδίφης του υπόκοσμου και πολύγλωσσος ρέκτης μεταφραστής, εκδότης, μανιώδης συλλέκτης και ταλαντούχος οργανωτής και συντηρητής του τεράστιου προσωπικού του αρχείου, τουρκολόγος και νομικός, πολυσχιδής εικαστικός καλλιτέχνης (φωτογράφος, ζωγράφος, εικονογράφος, κατασκευαστής και επιμελητής βιβλίων, δημιουργός κολάζ), ερωτικός ποιητής και δοκιμιογράφος με αμίμητο ύφος, κοινωνικός σχολιαστής και λιβελογράφος, γραμματέας μια εποχή της εκπολιτιστικής επιτροπής του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Θεσσαλονίκης, πορνογράφος, αυτοεξόριστος περιηγητής και επιμελής αλληλογράφος, σεσημασμένος και υπότροπος εγκληματίας (όταν έγραφε τις δέκα μικρές μελέτες του για τη φυλακή), δημοσιογράφος, τέως Διοικητής του Τμήματος Ηθών και Λεσχών Αθηνών (όταν έγραφε την πραγματεία του περί των εν Ελλάδι οίκων ανοχής και του πληρώματος αυτών), συστηματικός και σχολαστικός ερευνητής της γλώσσας και λεξικογράφος, εξ έρωτος εικαστικός και λογοτεχνικός κριτικός, εμπειρικός και ερασιτέχνης επιστήμονας. Συγγραφέας 80 βιβλίων, καθώς λένε αυτοί που μπαίνουνε στον κόπο να μετρήσουνε. Συγγραφέας, λέω εγώ. Θάθελα να με θυμούνται σαν αλλόκοτο και εργατικό συγγραφέα, λέει κι ο ίδιος.

Αυτά και άλλα πολλά, που μερικά ήδη τα γνωρίζουμε και άλλα θα τα μάθουμε ενδεχομένως κάποτε ή και ποτέ, τα πρόλαβε ο Ηλίας Πετρόπουλος σε μία μόνο ζωή. Από τον Ιούνιο του 1928 συγκεκριμένα κι ως τον Σεπτέμβριο του 2003. Γεννήθηκε στην Αθήνα, στην οδό Σόλωνος, μα έξι χρόνια αργότερα η μετάθεση του πατέρα του, δημοσίου υπαλλήλου, στη Θεσσαλονίκη έφερε όλη την οικογένεια εκεί. Στον πόλεμο του ’40 ο πατέρας του κατατάσσεται εθελοντής στο αλβανικό μέτωπο, ενώ λίγα χρόνια αργότερα ο δεκαπεντάχρονος Ηλίας οργανώνεται στην ΕΠΟΝ της Θεσσαλονίκης και γίνεται γρήγορα βοηθός διαφωτιστή, ενώ εργάζεται και στις γραμμές του ΕΛΑΣ. Ζει τις θηριωδίες των γερμανών, τη φρίκη του εμφυλίου πολέμου, την τρομοκρατία από τους Χίτες, συλλαμβάνεται κατ’ επανάληψιν και φυλακίζεται, γνωρίζει μεταξύ άλλων τον Πάνο Θασίτη και τον Μανόλη Αναγνωστάκη, και κάποτε διαφεύγει και στην Αθήνα. Εν τω μεταξύ από τον Οκτώβριο του 1944 ο πατέρας του έχει εξαφανιστεί, γεγονός που τον αναγκάζει να αφήσει το σχολείο και να δουλέψει. Κάποτε έψαχνα να βρω τον σκοτωμένο πατέρα μου ανάμεσα σε χιλιάδες νεκρούς, που ήσανε άγνωστοι και αγνώριστοι, σάπιοι, φοβεροί, ξεθαμένοι ή άταφοι. Δεν τον βρήκα ποτέ κι έτσι απόμεινα ορφανός.

Θα τελειώσει το νυχτερινό γυμνάσιο, εργαζόμενος παράλληλα ως υπάλληλος στον Δήμο Θεσσαλονίκης, και θα εισαχθεί από τους πρώτους στην Νομική Σχολή του πανεπιστημίου της πόλης. Την ίδια χρονιά, το 1949, θα απολυθεί από τη δουλειά του ως κομμουνιστής (και για τον ίδιο λόγο τα οχτώ επόμενα χρόνια θα παραμείνει άνεργος και οικονομικά εξαθλιωμένος), αλλά σε αντιστάθμισμα θα γνωρίσει εκείνη την εποχή τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη, τον πάντοτε σεβαστό του δάσκαλο, στον οποίο και αναφέρεται το πρώτο βιβλίο που δημοσίευσε ο Πετρόπουλος, το 1958. Ο Πεντζίκης μού εδίδαξε τον τρόπο να βλέπω τα πράγματα διαγωνίως, θα πει. Όταν η ΕΔΑ θα κερδίσει τις δημοτικές εκλογές του 1957, ο Ηλίας Πετρόπουλος, είκοσι εννέα χρονών πια, θα δραστηριοποιηθεί έντονα στα πολιτιστικά του Δήμου και θα αναλάβει πολλές και ποικίλες πρωτοβουλίες. Εν συνεχεία θα εργαστεί ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα Θεσσαλονίκη (και θα κληθεί από τον εισαγγελέα σε ανάκριση για κάποια φλύαρα άρθρα που δημοσίευσε μετά τη δολοφονία του Λαμπράκη, το 1963), θα συμμετάσχει στη Συντακτική Επιτροπή του περιοδικού Διαγώνιος του Ντίνου Χριστιανόπουλου και από το 1965 θα εγκατασταθεί στην Αθήνα εργαζόμενος ως δημοσιογράφος και συγγραφέας.

Εκείνη τη χρονιά θα πρωτοδούν το φως της δημοσιότητας στο περιοδικό Ζυγός κάποια εκτενή αποσπάσματα από το βιβλίο του Ελύτης Μόραλης Τσαρούχης, η πρώτη αυτόγραφη έκδοση του οποίου θα γίνει τον άλλο χρόνο – περίπου τετράγωνο (σε σχήμα 17×20), με ένα αριστουργηματικό εξώφυλλο του Σωτήρη Ζερβόπουλου, γκρι – ασημί σε σκούρο γκρι χαρτόνι, το βιβλίο είναι εξ ολοκλήρου χειρόγραφο κι εν συνεχεία λιθογραφημένο, σύμφωνα με την περιγραφή του αυτόπτη Ηλία Παπαδημητρακόπουλου. Γι’ αυτή τη μελέτη του θα αξιωθεί παράσημο και χρηματικό βραβείο από τα ανάκτορα (θα αρνηθεί επιδεικτικά το πρώτο, αλλά θα πάρει προκλητικά την επιταγή των 700 δραχμών). Είναι σε αυτό το βιβλίο του που θα χρησιμοποιήσει για πρώτη φορά τη λέξη μουνάκι και θα καμαρώνει σε όλη την υπόλοιπη ζωή του γι’ αυτό, αν και διέδιδε, ανακριβώς βέβαια, πως άρχισε σαν ένας σεμνός και ντροπαλός συγγραφέας και ήλπιζε να κλείσει τη ζωή του σαν πορνογράφος.


Τότε τη γλύτωσε και μάλιστα με εύφημο μνεία. Λίγο αργότερα ωστόσο, με την έκδοση το 1968 του πρωτοποριακού βιβλίου του Ρεμπέτικα τραγούδια (ιδιοφυής συνδυασμός, κατά τον Δημοσθένη Κούρτοβικ, ανθολογίας, λαογραφικής πραγματείας και φωτογραφικού δοκιμίου γύρω από ένα θέμα-ταμπού εκείνη την εποχή: την υποκουλτούρα των ρεμπέτηδων) δεν θα σταθεί τόσο τυχερός: θα καταδικαστεί από τη χουντική δικαιοσύνη σε πολύμηνη φυλάκιση. Το ίδιο θα συμβεί και με το επόμενο βιβλίο του τα Καλιαρντά (ερασιτεχνική γλωσσολογική έρευνα), όπως και με την ποιητική του σύνθεση Σώμα, που δημοσιεύτηκε τον Φεβρουάριο του 1972 στο γνωστό περιοδικό Τραμ, με αποτέλεσμα – δική του η τριτοπρόσωπη αφήγηση και η ορθογραφία – την ξακουστή εκείνη δίκη της Θεσσαλονίκης, όπου ο συγγραφέας αρνήθηκε να απολογηθεί, για να μη δόσει εύσημα δημοκρατικότητας στον περί τύπου νόμο, και, γιατί πίστευε ότι κανείς πούστης δικαστής δεν έχει το δικαίωμα να κρίνει τους ποιητές. Η πολύτιμη πείρα που απέκτησε όλο αυτό το διάστημα χρησιμοποιήθηκε με τον καλύτερο τρόπο κατά τα έτη 1975 – 1976, οπότε συνέγραψε Το Εγχειρίδιον του καλού κλέφτη, μια πολύ σοβαρή χιουμοριστική περιγραφή της κατάστασης των ελληνικών φυλακών. Δημοσιεύτηκε το 1979 και οι λογοτεχνικοί κριτικοί της δημοκρατικής πλέον δικαιοσύνης αποφάνθηκαν πως έπρεπε να απαγορευτεί η κυκλοφορία του, ενώ για τον συγγραφέα του επεφύλαξαν μια νέα καταδίκη σε φυλάκιση, δεκαοχτάμηνη αυτή τη φορά.

Χωρίς αντίκρισμα ωστόσο. Ο Ηλίας Πετρόπουλος βρισκόταν ήδη από χρόνια μόνιμα εγκατεστημένος στο Παρίσι και δεν επρόκειτο μέχρι το τέλος να επιστρέψει στην Ελλάδα. Χρησιμοποιώ την λαογραφία σαν πολιτικό όπλο. Μένοντας στην Ελλάδα έκανα κλεφτοπόλεμο. Η φυγή μου στην Γαλλία μού έδοσε τη δυνατότητα να εκσφενδονίζω τα βιβλία μου σαν χειροβομβίδες. Εδώ επιτέλους, όπως και στο αγαπημένο του Βερολίνο, όπου επίσης θα περάσει αρκετά χρόνια, και στην ακόμη πιο αγαπημένη του Ρώμη, ο Πετρόπουλος θα μπορέσει να ζήσει και να εργαστεί (και να σπουδάσει επί τρία χρόνια Τουρκολογία) όπως ακριβώς επιθυμεί – ανεξάρτητος από κάθε κρατική παρέμβαση, ή και βοήθεια ακόμη, και με τη συντροφιά της γυναίκας του Μαίρης Κουκουλέ και των φίλων του, μεταξύ των οποίων είναι και ο Άρης Αλεξάνδρου, ο Κορνήλιος Καστοριάδης και ο Roland Topor. Κυρίως όμως εργάζεται, ελεύθερος και απερίσπαστος πια και δημιουργεί στα θέματα που τον ενδιαφέρουν.

Και μόνο μια πρόχειρη καταλογάδην καταγραφή των θεμάτων που απασχολούν τον Πετρόπουλο προκαλεί δέος και απορία – κι όχι πως είναι πλήρης βέβαια• κατά πάσα πιθανότητα θα περάσουν πολλά χρόνια μέχρι να γίνει αυτό. Τα ρεμπέτικα τραγούδια, το μουστάκι, ο τούρκικος καφές εν Ελλάδι, οι ελληνικοί οίκοι ανοχής και τα πληρώματα αυτών, η ονοματοθεσία οδών και πλατειών, ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης και το πεντζίκι, ο γυναικείος κώλος και η ζωή στον στρατό, η φυλακή και οι κρατούμενοι, το αυτοκίνητο στην Ελλάδα, ο καραγκιόζης, ο Ελύτης, ο Μόραλης, ο Τσαρούχης, η φουστανέλα, οι παροιμίες του υπόκοσμου, ο θάνατος, οι τάφοι και τα νεκροταφεία, η Παλατινή Ανθολογία και η Αποκάλυψη του Ιωάννη, οι οδοντογλυφίδες, οι καρέκλες και τα σκαμνιά, το παράθυρο στην Ελλάδα κι οι σιδεριές, τα καπέλα, οι ψείρες, το Βερολίνο, το χασίς και η γλώσσα των ομοφυλοφίλων, η ομελέτα και η φασολάδα, το ταντούρι και το μαγκάλι, τα περίπτερα και τα κλουβιά των πουλιών, ο Τσόκλης, η Θεσσαλονίκη, η ιστορία, τα μπαστούνια και τα προφυλακτικά, οι μαχαιροβγάλτες, το μπουζούκι κι η λατέρνα, τα βασανιστήρια, το μπανιστήρι, ο Αρετίνος και ο Παπαδιαμάντης.

Και όμως, όλη αυτή η εξωφρενική παραγωγή που ακροθιγώς μόνο είδαμε δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση το ανερμάτιστο και χαώδες έργο ενός εργασιομανούς πολυτεχνίτη συγγραφέα που βάλθηκε να αποδείξει στο πανελλήνιον πως τίποτε το ανθρώπινο δεν του είναι ξένο. Αντιθέτως, η εργασία του πολυσχιδούς Ηλία Πετρόπουλου, ιδωμένη ως σύνολο, χαρακτηρίζεται από τέτοια ενότητα και συνοχή που εντυπωσιάζει. Καταρχάς, ο συντριπτικός όγκος της δουλειάς του εντάσσεται αναμφισβήτητα στο πλαίσιο της λαογραφικής επιστήμης (η διαπίστωση πως αγγίζει ίσως περισσότερο τη λαογραφία και λιγότερο την επιστήμη δεν αναιρεί σε τίποτε την αλήθεια του ισχυρισμού). Από την άλλη μεριά, μοναδικό σε τελική ανάλυση, και με ελάχιστες εξαιρέσεις, αντικείμενο έρευνας και μελέτης του Πετρόπουλου είναι η Ελλάδα και το κοινό στο οποίο απευθύνει τα βιβλία του (ή τα εκσφενδονίζει σαν χειροβομβίδες, όπως λέει) είναι αποκλειστικά το ελληνικό. Τελευταίο και, κατά τη γνώμη μου, σημαντικότερο ενοποιητικό και προσδιοριστικό στοιχείο της συνολικής παραγωγής του Ηλία Πετρόπουλου είναι ο ποιητικός χειρισμός των θεμάτων του, η ποιητική-ερωτική ματιά με την οποία αντικρίζει όσα τον ενδιαφέρουν. Ας ρίξουμε μια ματιά από κοντά σε αυτά τα τρία στοιχεία.

Το προνομιακό πεδίο στα όρια του οποίου κινήθηκε πάντα ο Πετρόπουλος, χωρίς ωστόσο και να περιορίσει σε καμία περίπτωση τον οίστρο του, είναι η λαογραφία, την οποία ούτε κατά διάνοια δεν θεωρεί μια ουδέτερη επιστήμη που ασχολείται με το παρελθόν, αλλά την αντιμετωπίζει ως την κατεξοχήν πολιτική επιστήμη – χρησιμοποιώ την λαογραφία σαν πολιτικό όπλο, θα παραδεχτεί συχνά. Δουλεύω πάνω σε λαογραφικά θέματα γιατί με συγκινεί η αληθινή ιστορία και η πολιτική. Η πραγματικώς μεγάλη ιστορία είναι η μικρο-ιστορία. Η μικρο-ιστορία είναι το καθεαυτού αντικείμενο της λαογραφίας, καθώς και η πολιτική. Ο τρόπος που επιλέγει και δουλεύει τα θέματά του ο Πετρόπουλος απέχει παρασάγγες από τον τρόπο των πανεπιστημιακών, για τους οποίους είχε πάντοτε μια κακή ή πειραχτική κουβέντα να πει• ο δικός του τρόπος είναι υποκειμενικός, βιωματικός, ερωτικός και ποιητικός. Επιστήμη δεν είναι το να μοστράρεις καλογιαλισμένα στοιχεία και στατιστικές (δήθεν) επιβεβαιώσεις. Ανέκαθεν επλησίαζα με παλμό τα επιτεύγματα του ελληνικού λαού. Ο κάθε λαϊκός πολιτισμός ζυγίζεται με την ποσότητα Αγάπης που εμπεριέχει. Ο νεοελληνικός λαϊκός πολιτισμός ήτο ένας Πολιτισμός Αγάπης – όπως συμβαίνει σ’ όλους τους μεσογειακούς λαούς.

Εδώ και πολλά χρόνια ο Ευγένιος Αρανίτσης έχει ανακαλύψει και υπαινιχθεί μιαν υπόγεια σχέση του Ηλία Πετρόπουλου με τον Νόρμαν Μέιλερ, η οποία στηρίζεται στον ισχυρισμό του δεύτερου ότι μέσα στις πιο εντυπωσιακές προστυχιές χτυπάει συχνά η τρυφερή ρομαντική καρδιά ενός αληθινού συγγραφέα ή ενός παιδιού. Όσο ισχύει τούτη η διαπίστωση για τους δύο αυτούς προκλητικούς και επιθετικούς ανόμοιους συγγραφείς άλλο τόσο ισχύει και το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε ο αμερικανός συγγραφέας όταν προ λίγων ετών ξαναδιάβασε ολόκληρο το έργο του: ξαναδιαβάζοντας όλον τον όγκο της δουλειάς μου στο διάστημα μιας άνοιξης και ενός καλοκαιριού, είδα πως κυριαρχούσε ένα θέμα, ήταν εμφανές πως τα περισσότερα από τα γραπτά μου αφορούσαν την Αμερική. Πόσο πολύ αγαπούσα τη χώρα μου – ήταν ολοφάνερο – και πόσο πολύ δεν την αγαπούσα επίσης. Δεν έχουμε παρά να βάλουμε στη θέση της Αμερικής την Ελλάδα, για να έχουμε μια φράση που ο Πετρόπουλος δεν θα είχε πιθανότατα καμιά αντίρρηση να τη συνυπογράψει (μα δεν θα το μάθουμε ποτέ, όπως ποτέ δεν θα έχουμε την ευκαιρία να του πούμε πόσο πολύ αγαπήσαμε τη σκληρή και τρυφερή ποίησή του).

(Ω, περασμένα χρόνια,
που μας άφηναν ν’ αγαπούμε
την πατρίδα ανιδιοτελώς)

Έτσι κυριολεκτικά σε παρένθεση και κατ΄ επίφασιν ανώδυνα έχει εδώ και δεκαετίες εκφράσει ο Πετρόπουλος αυτό που ήταν ήδη από τότε το μεγάλο μαράζι του και ποτέ δεν τον εγκατέλειψε. Έτσι εξηγείται εν μέρει και αίρεται η αντίφαση της εμμονής του με την Ελλάδα ως θέμα μελέτης και της επιμονής του να παραμείνει ως το τέλος μακριά της – ούτε καν να ταφεί στα χώματα της πατρίδας του δεν θέλησε και ρητά το απαγόρευσε στη διαθήκη του, προκειμένου υποθέτω να αποφύγει ακόμη και τότε το μισητό του παπαδαριό και τους υποκριτικούς δεκάρικους του υπουργού «πολιτισμού» και των λοιπών επισήμων, αλλά και κάνοντας μιαν ακόμη χειρονομία περιφρόνησης προς την τρέχουσα Ηθική, απ’ αυτές που τόσο του άρεσαν – Ό,τι είναι κόντρα στην Εκκλησία / με γεμίζει χαρά. / Ό,τι βλάπτει την Τάξη / συντείνει στην γαλήνη μου. / Ό,τι αντίκειται στην ηθική / ωφελεί την υγεία μου.).

… βεβαίως τυγχάνω υποχρεωτικώς έλλην,
αλλά η χώρα μου με κουρελιάζει.
Δεν θάθελα να ξαναπατήσω στην Αθήνα.
Και είπα στη γυναίκα μου:
- όταν ψοφήσω, εδώ, στο Παρίσι,
να κάψεις το κουφάρι μου στο κρεματόριο
και να ρίξεις τις στάχτες στον υπόνομο.
Τέτοια είναι η διαθήκη μου.


Τέτοια ήταν στ’ αλήθεια η διαθήκη του, γεγονός που αποτελεί ακόμη μιαν αντίφαση εκ μέρους του, δεδομένης της συχνά δηλωμένης αγάπης του για τα νεκροταφεία. Αυτός που τόσο αγάπησε τα κοιμητήρια και τα περπάτησε άλλοτε με απόλαυση και άλλοτε με σπαραγμό, αυτός που όταν επισκεπτόταν μια ξένη πόλη δεν πήγαινε, για να την γνωρίσει εις βάθος, πρώτα στα μουσεία και στ’ άλλα αξιοθέατά της αλλά στα νεκροταφεία της (και στα ρεστοράν της), αυτός που δήλωνε πως είναι αδύνατον να διασχίσεις τα εβραϊκά νεκροταφεία του (τότε) Ανατολικού Βερολίνου χωρίς να κλαις γοερά κι όμως πολλές φορές τα διέσχισε, αυτός που ευλαβούμενος της μνήμης των δολοφονημένων φίλων του περιδιάβαζε στην Οδόν Αναπαύσεως, είναι παραδόξως ο ίδιος που κατηγορηματικά αρνήθηκε να ταφεί σε κάποιο από τα αγαπημένα του παρισινά νεκροταφεία, στο Thiais φέρ’ ειπείν, όπου βρίσκεται και το μνήμα του φίλου του Άρη Αλεξάνδρου κι όταν στα δεκάχρονα του θανάτου του το επισκέφτηκε οργίστηκε που κανείς άλλος δεν βρέθηκε να θυμηθεί τη μαύρη ημερομηνία.

Μιλώντας όμως για την οργισμένη εναντίωση και για την τρυφερή μελαγχολία του Πετρόπουλου βρισκόμαστε κιόλας στο κέντρο της ποίησής του, που αποτελεί, σύμφωνα με τη θέση που εδώ υποστηρίζω (και δεν είμαι ο μόνος), και το κέντρο ολόκληρου του έργου και της προσωπικότητάς του – το μόνο που λείπει για να ολοκληρωθεί η εικόνα είναι η άλλη εμμονή του Πετρόπουλου, που συνεχώς επανέρχεται στα γραπτά του, ακόμη κι αν δεν εντάσσεται φυσιολογικά στη διαπραγμάτευση του θέματος, εννοώ τον αθυρόστομο ερωτισμό του και τη λατρεία της Γυναίκας, που διαδηλώνεται στο σύνολο σχεδόν της ποίησής του – για μένα, θα δηλώσει, το Βασίλειο της Φαντασίας ταυτίζεται με το Βασίλειο της Γυναίκας. Η γυναίκα και ο θάνατος ή, με άλλη διατύπωση, ο έρωτας και η μελαγχολία είναι οι δύο πόλοι μεταξύ των οποίων κινείται διαρκώς η ποίησή του και ο στοχασμός του.

Η μελαγχολία (αυτή η αβάσταχτη μελαγχολία, / που με καταδιώκει από το ΄44) είναι μόνιμος σύντροφος του Πετρόπουλου από την περίοδο της γερμανικής κατοχής τουλάχιστον, όταν σκοτώθηκε ο πατέρας του κι ο πόλεμος άρχισε να ξεκληρίζει αγρίως τη γενιά του. Μονίμως θλιμμένος και παρά θέλησιν ταπεινωμένος από σκιές τουφεκισμένων αξέχαστων αδελφών και άλλων αδελφών, που δεινώς ηττήθησαν, εσκόρπισαν, εσφάγησαν ως αμνοί. Άλλοτε θεωρεί τη μελαγχολία έμφυτη ιδιότητα της προσωπικότητάς του, που πάει χέρι – χέρι με τον ιδεαλισμό του (ένας ιδεαλιστής κατ’ ανάγκην καταλήγει στη μελαγχολία), ενώ άλλοτε απορεί για το παράδοξον του πράγματος, που ένας κυνικός σαν αυτόν βασανίζεται τόσο από αισθήματα. Άλλοτε τυραννιέται από τη θλίψη του κι άλλοτε συμβιεί αρμονικώς, καθώς λέει, μαζί της ή και ευτυχισμένα ακόμη. Όχι σπάνια καυχιέται για δαύτην (η μελαγχολία είναι εντιμότης, η μελαγχολία είναι το απόβαρο της ζωής, τίμιο ψωμί της ψυχής μας η μελαγχολία, η μελαγχολία είναι κομψό αίσθημα ιωνικό, ζούμε μόνο γιαυτές που θα μας κλάψουν σαν πεθάνουμε) και μονίμως τη συνδέει με τις αναμνήσεις του και με τη σκληρή τυραννία της μνήμης (τυγχάνω όμως υποχείριος της μνήμης, οι αναμνήσεις δεν μ’ άφησαν να ενηλικιωθώ, ο πότμος των τουφεκισμένων οριστικώς δεν μ’ αφήνει να κοιμηθώ).

Μοναδικό αντίδοτο που βρίσκει ο Πετρόπουλος για την αβάσταχτη, ώρες – ώρες, μελαγχολία του είναι η γυναίκα, δηλαδή ο ερωτισμός, που αποτελεί και το μεγάλο πάθος της ζωής του. Από τα πρώτα – πρώτα γραψίματά του, οπότε δηλώνει απερίφραστα την πεποίθησή του αυτή (δυο τρυφερά βυζιά διώχνουν τη βραδινή λύπη), και ως τα στερνά του δεν παύει να διακηρύσσει τη ίδια αλήθεια (Η ξανθιά κοπέλα που, δίπλα μου, πλαγιάζει / (το γυμνό σώμα μοσχοβολάει) / είναι ο πληθυντικός του εαυτού μου. / Το παρελθόν σέρνεται στο πλαγινό δωμάτιο.). Κάποτε όμως (το γνωρίζουμε καλά!) το παρελθόν αποδεικνύεται πιο δυνατό κι από το ωραιότερο γυμνό σώμα (η ωραιότερη γυναίκα δεν δύναται να διώξει τις μαύρες ιδέες ενός μελαγχολικού) και τότε αγριεύει ο Πετρόπουλος και γράφει ακόμη πιο άγρια ποιήματα, ακόμη πιο αθυρόστομα, ακόμη πιο σκληρά ποιήματα και συγχρόνως αφάνταστα τρυφερά.

Σαν αυτά που μ’ έκαναν κάποτε να τον αγαπήσω ακαριαία και εξακολουθητικά και να κλείνω τα μάτια σ’ ένα σωρό στραβά που έβρισκα να κάνει (με μοναδική του πρόθεση τις περισσότερες φορές να προκαλέσει αντιδράσεις και να αναγκάσει με αυτόν τον τρόπο τους αναγνώστες του να βάλουν μπρος το μηχανάκι και να σκεφτούνε μόνοι τους). Για την ποίησή του ξεκίνησα να γράφω αυτό εδώ το κείμενο αγάπης (εδώ και χρόνια, είναι η αλήθεια), μα τελικά αλλού με έβγαλε κι αυτή τη φορά το γράψιμο και παραλίγο ν’ αφήσω την ποίηση εντελώς απ’ έξω. Δεν πειράζει ωστόσο• ίσως κι έτσι κάποιοι να φτάσουνε τελικά κι ως τα ποιήματά του. Άφησα κι άλλα πολλά απ’ έξω και άλλα μόλις που τα υπαινίχθηκα: τον αναρχισμό του, την τρυφερότητα και τη σκληρότητά του (αγαπημένη μου διάσταση του έργου του), τις πόλεις που αγάπησε, τον θυμό του, την αθυροστομία του, την αγάπη του για κάποιους συγγραφείς και ζωγράφους (ιδίως μερικούς νέους) και την αντιπάθειά του για άλλους. Ας είναι, όπως λέει κι ο ίδιος, σε λίγες σελίδες εξιστορείται ένα έργον βίου; Όχι βέβαια, μα κάποιες φορές χωράει μέσα σε λίγους μόνο στίχους.

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος


πέντε ποιήματα
και ένα
του Ηλία Πετρόπουλου
1.
Καπνίζω.
Καμιά φορά φουμάρω μέχρι σαράντα τσιγάρα
τη μέρα.
Συχνά, όμως, το τσιγάρο μου καίει ανώφελα,
λησμονημένο στο τασάκι,
ενώ αναπολώ τις γυναίκες που αγάπησα.
2.
Γέρασα.
Καλύτερα που γέρασα
- αν έτσι πρόκειται να βρω τη γαλήνη.
3.
Όλα τα δικά σου τα ξέρω.
Πώς κοιτάς όταν λες ψέματα.
Πώς κόβεις το κρέας με το μαχαίρι.
Πώς ακριβώς μυρίζει η επιδερμίδα σου.
Ακουμπώ το κεφάλι στην κοιλιά σου
και τα έντερά σου γουργουρίζουν.
Την Γυναίκα την αγαπάς στο σύνολό της,
ή καθόλου.
4.
Να πάρει ο Διάολος!
Ήρθα στο Βερολίνο χωρίς να φέρω μαζί μου
την όμορφη έκδοση των Memoires του Casanova.
Ευτυχώς, δεν ξέχασα το Walden του Thoreau και την Ιλιάδα
– αυτά είναι τα τρία αγαπημένα μου βιβλία.
5.

δεν εζήτησα συμβουλές και συμβουλές μου δίνουν
απρόσκλητοι συμβουλάτορες φαφλατάδες μικροαστοί
λένε λένε κι όλο προφητεύουν
τάχα θα με φάνε οι ωραίες γυναίκες
ενώ χαρά μου να με φάνε οι καλλονές
κι αλίμονο σε σας δυστυχισμένοι
που τα γεγονότα δεν σας χορταίνουν
κι η ζωή σας χτισμένη σιωπή και κακομοιριά
όσο για μένα
κρυφά την αγαπώ και είναι ωραία
και είναι αβρή και μυστικά την αγκαλιάζω
ούτε πουλί μάς βλέπει
ούτε ανθός μάς ακούει
φιλιόμαστε κι οι τοίχοι καμπυλώνουν
+ 1.

Γλυκό μου στήριγμα, καμάρι μου και λουλούδι, τα πράγματα της καρδιάς τρόπος δεν είναι να χαθούν. Μείνε μαζί μου. θα σου μιλήσω με πάθος και δακρυσμένα μάτια για τον ουρανό της Θεσσαλονίκης, την εικοσαετή ορφάνια μου, τον ισάδελφο Τσιτσάνη, τα νοτισμένα χώματα των Χασίων, τους ολόδροσους κλώνους• για τις θεϊκές γυναίκες του Ελύτη και του Μόραλη. Ακόμη θα σου περιγράψω την δολοφονία του Ιάκωβου Πατιερίδη τον Οκτώβριο του 1944, θα σου παραστήσω πώς βαδίζουν οι ορθόδοξοι ρεμπέτες και πώς χορεύουν ζεϊμπέκικο στην ταβέρνα του Φραγκούλη στην Μπάρα. Αγάπησε με δύναμη. Αυτό αρκεί.