Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

ΥΜΝΟΙ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ

1.Ποιος ζωντανός, προικισμένος μ’ αισθήσεις, δεν ποθεί, πάνω απ’ όλα του χώρου τα θαύματα ολόγυρα, το ευφρόσυνο φως — με κάθε ιριδισμό, κάθε αχτίδα, κάθε του κύμα· την εύκρατη μορφή του παντού, καθώς μέρα που βγαίνει απ’ τον ύπνο. Σαν της ζωής την ψυχή την εσώτατη ο μέγας κόσμος των αστερισμών ανασαίνει το φως, κολυμβητής που χορεύει στη γαλάζια ροή του. Εκείνο ανασαίνει ο στιλπνός, πάντα ασάλευτος βράχος, το λεπτό φυτό που θηλάζει τη γη, του ανήμερου ζώου η αλκή. Μα προπαντός ο εξαίσιος ξένος με τα βαθύγνωμα μάτια και τ’ ανάλαφρο βήμα, με τ’ αβρά, τονισμένα του χείλη. Σαν ηγεμόνας της επίγειας φύσης το φως καλεί κάθε δύναμη σε τροπές αναρίθμητες, συνάπτει και λύει συμμαχίες αμέτρητες, χαράζει την ουράνια εικόνα του σε κάθε πλάσμα της γης. Μονάχα η παρουσία του αποκαλύπτει το θαύμα των βασιλείων του κόσμου.
Όμως αλλού στρέφομαι τώρα, προς την απόκρυφη, την ανείπωτη Νύχτα. Μακριά κείται ο κόσμος, σε κρύπτη βαθιά βυθισμένος. Έρμη και μόνη η σκοπιά του. Στις όχθες του στήθους βαθιά μελαγχολία φωλιάζει. Σε στάλες δροσιάς ζητώ να βουλιάξω και με τη στάχτη ζητώ να ενωθώ. Αποστάσεις της μνήμης, της νεότητας πόθοι, της παιδικής ηλικίας μου όνειρα, της ζωής μου όλης χαρές βιαστικές και μάταιες ελπίδες φθάνουν με ρούχα φαιά, ομίχλη εσπερινή μετά την δύση του ήλιου. Σε χώρους τώρα άλλους το φως τα εύθυμα σκηνώματά του υψώνει. Πότε η ώρα του γυρισμού θα σημάνει, ως πότε θα προσμένουν οι πιστοί του ν’ ανατείλει ξανά;

Τι νά ‘ν’ αυτό που σαν προαίσθημα βαθύ πηγάζει ξάφνου απ’ την καρδιά και σαρώνει τους ανέμους της θλίψης; Να βρίσκεις σε μας και συ μια χαρά, κατασκότεινη Νύχτα; Τι κάτω απ’ τα πέπλα σου κρύβεις, που αθέατο μες στην ψυχή μου βίαια βαδίζει; Από τα χέρια σου σταλάζει γλυκό της παπαρούνας το βάλσαμο. Τα βαριά φτερά της ψυχής μετέωρα κρατάς. Mαύρο ανείπωτο ρίγος μ’ αγγίζει. Ένα πρόσωπο αυστηρό τώρα κοιτώ που πράο και κατανυκτικό τείνει σε μένα, που κάτω απ’ των βοστρύχων τα βρόχια μού δείχνει της μητέρας την αγαπημένη νεότητα. Πόσο φτωχό και παιδιάστικο μού φαίνεται τώρα το φως, πόσο ευλογημένος και φαιδρός της μέρας ο αποχωρισμός. Γι’ αυτό μόνο λοιπόν, γιατί η Νύχτα σ’ αποστερεί από ακολούθους, σπέρνεις στων χώρων την άβυσσο τις φλόγινες σφαίρες σου, την δύναμή σου κηρύσσοντας, την επιστροφή σου εξαγγέλλεις, την ώρα ετούτη της δικής σου απουσίας. Πιο ουράνια κι απ’ τα περίλαμπρα αστέρια μάς φαίνονται τώρα τ’ άπειρα μάτια που εντός μας η νύχτα ανοίγει. Μακρύτερα βλέπουν κι από κείνων τις ωχρές στρατιές τις αμέτρητες, δίχως νά ‘χουν ανάγκη το φως κοιτούν μες απ’ τα βάθη μιας ψυχής στοργικής. Τόπους μακρινούς κατακλύζουν με ηδυπάθεια βουβή. Της άνασσας έπαθλο, της μάντισσας κόσμων ιερών, της τροφού του μακάριου έρωτα — εκείνη εσένα μου στέλνει, αβρή αγαπημένη, γλυκύτατε ήλιε της νύχτας. Φθίνει τώρα, χάνεται η μέρα και σ’ ορίζω ξανά. Εσένα, που τη Νύχτα μέσα μου ανήγγειλες, που μ’ όψη ανθρώπινη μ’ έπλασες. Στείλε την θεία σου πνοή στο κορμί μου, για να ενωθώ στους αιθέρες μαζί σου — και κράτα εσύ παντοτινή, του υμέναιου ετούτου την πρώτη μας νύχτα.

2.

Πρέπει πάντοτε το πρωινό να ξανάρχεται; Δεν τελειώνει ποτέ των επιγείων η βία; Πολυπραγμοσύνη στυγνή αφανίζει της νύχτας την αιθέρια αφή. Πότε στις φλόγες του έρωτα, στου βωμού την αιώνια πυρά θ’ αφεθεί; Σύντομη είναι η ζωή του φωτός• αλλά άχρονη κι άχωρη η εξουσία της Νύχτας. Παντοτινή η διάρκεια του ύπνου. Ω ύπνε ιερέ — μην αργείς, μα στέρξε εσύ αρωγός να ελεήσεις τους μύστες της νύχτας σε τούτο το επίγειο έργο τους. Γιατί εσένα μόνο τρελοί σ’ αγνοούν κι ύπνο δεν γνωρίζουν κανέναν, όταν εύσπλαχνος τον ίσκιο σου πάνω μας ρίχνεις, κάθε που η νύχτα η αληθινή ανατέλλει. Γιατί δεν σ’ έχουν αισθανθεί στη χρυσαφιά ροή των σταφυλιών, στο λάδι της αμυγδαλιάς, στους καστανούς της παπαρούνας χυμούς. Γιατί δεν ξέρουν ότι είσαι συ που τα τρυφερά στήθη της κόρης ταράσσεις, που ως τους ουρανούς πετάς κι απλώνεις κλαδιά. Γιατί δεν νοιώθουν πως από ιστορίες παλιές εσύ ουρανομήκης τραβιέσαι, πως το κλειδί φέρνεις εσύ για των μακαρίων τα δώματα, μαντατοφόρος βουβός των αχανών μυστηρίων.

3.

Κάποτε έχυνα εκεί δάκρυα πικρά, καθώς στον πόνο συντριμμένη η ελπίδα μου σπάραζε, και μόνος στεκόμουν σ’ άνυδρο τύμβο, που έσωζε σε τόπο στενό, σκοτεινό τη μορφή της ζωής μου. Μόνος, όπως ποτέ κανείς μοναχικός δεν υπήρξε, απ’ ανείπωτο φόβο σπρωγμένος. Αδύναμος, μόνο σκιά της αθλιότητας πια. Κι όπως εκεί βοήθεια ζητούσα, δίχως αλλού να μπορώ να στραφώ, και στη φευγαλέα ζωή που τρεμόσβηνε μ’ απέραντο πόθο κρεμόμουν: εκεί, από το κυανό του ορίζοντα, από το ύψος ευδαιμονίας παλιάς σαν καταιγίδα ήρθε το σκότος. Και κομμάτιασε μεμιάς τους κρίκους της γέννας, τα δεσμά του φωτός. Πήρε να χάνεται η μεγαλοπρέπεια της γης και το πένθος μου πήρε να σβήνει μαζί της, σ’ έναν νέο, ανεξιχνίαστο κόσμο κύλησε η μελαγχολία αργά. Εσύ της νύχτας ενθουσιασμέ, ύπνε ελαφρέ τ’ ουρανού ήρθες πάνω από μένα. Αργά μετεωρίστηκε ο χώρος· πάνω του πλανήθηκε ελεύθερος ο νεογέννητος νους μου. Σε σύννεφα σκόνης σωριάστηκε ο τύμβος. Μες απ’ τον κουρνιαχτό αντίκρισα των αγαπημένων τις μεταμορφωμένες πομπές. Η αιωνιότητα κοιμόταν στα μάτια τους. ‘Αγγιξα τα χέρια τους και τα δάκρυα γίναν ένας πύρινος, άρρηκτος κόμπος. Χιλιετηρίδες σαν καταιγίδα προς τα μάκρη τραβούσαν. Στην αγκαλιά τους έκλαψα της νέας ζωής τα ευφρόσυνα δάκρυα. — Ήταν εκείνο το πρώτο, το μόνο μου όνειρο. Κι είναι πρώτα από τότε που τρέφω εντός μου πίστη παντοτινή κι ακατάλυτη στον νυχτερινό ουρανό και την Αγαπημένη, το φως του.

4.

Τώρα γνωρίζω πότε θα φανεί το τελευταίο πρωί. Πότε το φως τη Νύχτα και τον έρωτα δεν θα αποδιώξει ξανά. Πότε ο ύπνος παντοτινός και μόνο ένα αστείρευτο όνειρο θά ‘ναι. Αιθέριο κάματο μέσα μου νοιώθω. Μακρύς κι επίπονος προς τον άγιο τάφο ο δρόμος, βαρύς ο σταυρός. Κύμα κρυστάλλινο από τον σκοτεινό κόρφο του τύμβου πηγάζει, στα πόδια του μια επίγεια πλημμύρα ξεσπά, όποιος την έχει γευτεί, όποιος πάτησε τ’ ακριτικά όρη του κόσμου, όποιος το βλέμμα του έστρεψε πέρα, προς τη νέα τη γη, στης Νύχτας τα δώματα — αλήθεια, αυτός δεν επιστρέφει ξανά στην τύρβη του κόσμου, στη χώρα εκείνη όπου σε αέναη αταξία το φως κατοικεί.

Στις κορφές χτίζει σκήτες, καλύβες ειρήνης, νοσταλγός κι εραστής ατενίζει πέρα μακριά, ώσπου στις κρήνες της πηγής να τον έλξει η πιο καλόδεχτη απ’ όλες τις ώρες. Μες στων ανέμων τον αχό παραδέρνουνε και στα ύψη αναδύονται τα επίγεια, αλλά ό,τι το άγγιγμα του έρωτα αγίασε, σε κοίτες κρυφές θα κυλήσει προς την αντίπερα γη, σαν άρωμα με τους αγαπημένους ίσκιους πέρα απ’ τη νάρκη του ύπνου θα ενωθεί.

Ακόμα ξυπνάς, φως ιλαρό, για τη δουλειά τον καταπονημένο. Τερπνή ζωή μέσα μου χύνεις. Μα απ’ τα βρυώδη μαυσωλεία της μνήμης δεν μ’ αποτραβάς. Με χαρά θ’ άγγιζα τα φίλεργα χέρια, θ’ αγνάντευα όπου εσύ το θελήσεις, θα αινούσα της χλιδής σου τ’ αγλάισμα, άοκνος θ’ αντίκριζα των περίτεχνων έργων σου τον ωραίο ειρμό, με χαρά θα μετρούσα τον συνετό βηματισμό της δυναστικής περίλαμπρης ώρας σου, θ’ ανίχνευα των δυνάμεών σου το σύμμετρο, τους νόμους των ανάριθμων χώρων και χρόνων της μαγικής σου μορφής. Αλλά της Νύχτας ταμένη μένει η μυστική μου καρδιά και της δικής της θυγατέρας, της πλάστριας αγάπης. Μπορείς να μου δείξεις μια πιστή στους αιώνες καρδιά; έχει ο ήλιος σου μάτια προσηνή να με δουν; αγγίζουν τ’ αστέρια σου το χέρι μου που αποζητά; Θα μου χαρίσουν ξανά τον λόγο τον θωπευτικό και τ’ απαλό τους το χάδι; Να τά ‘χεις κοσμήσει εσύ με χρώμα και σχήμα ελαφρύ — ή νά ‘ταν Εκείνη πού προσδίδει στα δώρα σου πιο εράσμια αξία; Ποια πάθη, ποιες ηδονές η ζωή σού προσφέρει, που να καταποντίσουν μπορούν του θανάτου τα θέλγητρα; Δεν φορά ό,τι μας συνεπαίρνει το χρώμα της Νύχτας; Εκείνη σ’ ανάστησε, σ’ εκείνη κάθε σου αίγλη χρωστάς. Άθυρμα θ’ αφηνόσουν στον άνεμο, θα σιγόλειωνες στου χώρου τα βάθη, αν δεν σε κράταγε στην αγκαλιά της εκείνη, αν δεν σ’ εγκυμονούσε στα σπλάχνα της για να φανείς και ν’ αυγάσεις τον κόσμο. Αλήθεια, προτού υπάρξεις εσύ γεννήθηκα εγώ — από εκείνην σταλμένος, τούτη την γη με την γενιά μου να οικήσω, να την καθαγιάσω στ’ όνομα του έρωτα, ώσπου μνημείο ορατό ν’ αναφανεί στους αιώνες. Μ’ αμάραντα να την σπείρω λουλούδια. Όμως ακόμα δεν έδεσαν καρπό αυτοί οι θείοι στοχασμοί. Ακόμα είναι της παρουσίας μας τα ίχνη ισχνά. Μα θα σημάνουν οι ωροδείχτες σου κάποτε το τέλος του χρόνου, θα γίνεις κάποτε και συ σαν κι εμάς, κι όλο πάθος θα χαθείς και θα σβήσεις. Εντός μου —ελευθερία αιθέρια, μακάρια επιστροφή— θα αισθανθώ το πέρας των έργων σου. Μ’ οδύνη ανήμερη θα σε δω ν’ αποδημείς απ’ την πάτρια γη, ν’ αντιπαλεύεις τον παλιό, κραταιό ουρανό. Μα μάταια θά ‘ναι η οργή και το μένος σου. Πάνω απ’ τις φλόγες θα υψωθεί ο σταυρός — λάβαρο θριαμβικό της γενιάς μας.

       Στα ύψη αναδεύομαι,
       Και κάθε οδύνη
       Των νέων ηδονών
       Τ’ αγκάθι θα γίνει.
       Θά ‘ρθει ο καιρός,
       Κι εγώ να χαθώ,
       Στα γόνατα του έρωτα
       Σε μέθη γλυκιά θ’ αφεθώ.
       Θροΐζει η ζωή
       Απέραντη μέσα σε μένα,
       Απ’ τα ύψη κοιτώ
       Προς τα κάτω για σένα.
       Σε κάθε μνήμα
       Η λάμψη σου σβήνει,
       Στεφάνι δροσιάς
       Ένας ίσκιος αφήνει.
       Πιες της ζωής μου,
       Ακριβέ, τον χυμό,
       Ξύπνησέ με και στέρξε
       Να μπορώ ν’ αγαπώ.
       Του θάνατου νοιώθω
       Πάλι νέο το ρέμα,
       Σ’ αιθέρα και βάλσαμο
       Γυρνά το δικό μου το αίμα.
       Με σθένος και πίστη
       Τις μέρες μου ζω
       Και τις νύχτες πεθαίνω
       Στο πυρ το ιερό.

5.

Σε καιρούς περασμένους σιδηρούν πεπρωμένο κυβερνούσε των ανθρώπων τα διάσπαρτα γένη με βία βουβή. Ζοφερές αλυσίδες πέφταν πάνω στις δειλές τους ψυχές. Απέραντη απλωνόταν η γη — κατάλυμα και πατρίδα θεών. Από τα βάθη των αιώνων υψωνόταν η κτίση. Πέρα απ’ τα ρόδινα βουνά της αυγής, στους ιερούς κόλπους της θάλασσας κατοικούσε ο ήλιος, το ζωντανό, πύρινο φως. Ένας αρχαίος γίγαντας κουβαλούσε τον μακάριο κόσμο. Κάτω απ’ τα όρη δεσμώτες κείτονταν της μάνας γης τα πρωτότοκα τέκνα. Με ανήλεο μένος ενάντια στων νέων θεών τη γενιά και τις χαρούμενες φυλές των ανθρώπων. Του πελάγους τα πράσινα βάθη γίναν το λίκνο μιας θεάς. Μες σε κρυστάλλινες σπηλιές ευωχούσε ένα πολυάριθμο πλήθος. Ποταμοί, δέντρα, άνθη και ζώα κατείχαν αισθήσεις ανθρώπινες. Γλυκό έρεε το κρασί που μια κόρη οινοχόος κερνούσε. Ένας θεός των αμπελιών, μια στοργική θεά μες στο χρυσό των χρωμάτων, η μέθη του έρωτα, έργο γλυκό της ωραιότερης θεάς. Αέναος, πολύχρωμος, σαν μια γιορτή των τέκνων τ’ ουρανού και των κατοίκων της γης, θρόιζε ο βίος, καθώς η άνοιξη μες στους αιώνες. Κάθε φυλή προσκυνούσε με αφέλεια παιδική την αβρή, χιλιόμορφη φλόγα, σαν νά ‘ταν η πεμπτουσία του κόσμου. Μα ένα είδωλο ήταν μόνο, ένας φρικτός εφιάλτης,

   Που άγγιξε σαν το δέος την τερπνή γιορτή
   Κι έκρυψε την ψυχή στον άγριο τρόμο.
   Κανείς θεός δεν είχε πια μια συμβουλή,
   Δεν έτεινε παρήγορο τον ώμο.
   Καμιά δεν δάμασε ικεσία την οργή
   Κι εδιάβη το κακό τον μύχιο δρόμο.
   Ήταν ο θάνατος που αυτή την ευωχία
   Με δάκρυα έπαυσε, μ’ οδύνες κι αγωνία.

   Για πάντα τώρα απ’ όλα χωρισμένο
   Ό,τι με πόθο η ψυχή λάγνα ζητάει,
   Πέρα από κάθε τι το αγαπημένο,
   Που μάταιο πάθος κι οδυρμός το τριγυρνάει,
   Φάνηκε όνειρο αμυδρό στον πεθαμένο,
   Πάλη λιγόθυμη που πια τον κυβερνάει.
   Σαρώθηκαν τα κύματα της ηδονής
   Στους βράχους πάνω της ασίγαστης οργής.

   Με τόλμη οι άνθρωποι και τη φωτιά του νου
   Τη μάσκα τη φρικτή ξεχνούσαν του Άδη,
   Πώς σβήνει αβρό παιδί τα φώτα τ’ ουρανού,
   Σαν άρπα, ακούγανε τ’ αβρό σκοτάδι.
   Η μνήμη λειώνει στον ψυχρό των ίσκιων ρου,
   Του πένθους έπλεκε ο σκοπός το υφάδι.
   Αλλά αίνιγμα έμεινε η νυχτιά η παντοτινή,
   Μιας εξουσίας μακρινής σημείο βαρύ.

Προς το τέρμα του πορεύτηκε ο αρχαίος κόσμος. Μαράθηκαν της νιότης οι χαρούμενοι κήποι. Στα ύψη, προς τον ελεύθερο, ανάστατο χώρο στράφηκαν οι ενήλικες άνθρωποι. Οι θεοί κι οι ακόλουθοί τους χαθήκαν. Μόνη κι άζωη στάθηκε η νύχτα. Με σιδερένια δεσμά την καθήλωσε το αυστηρό μέτρο κι ο ψυχρός αριθμός. Σαν των ανέμων τη σποδό σε λόγια ζοφερά θρυμματίστηκε της ζωής η απροσμέτρητη άνθηση. Δραπέτευσαν η φαντασία η μάγισσα κι η ορκισμένη πίστη, οι οδοιπόροι των ουρανών. Παγερός βοριάς έπνευσε άφιλος πάνω απ’ τους πετρωμένους αγρούς και στους αιθέρες πήρε να ξεθυμαίνει των θαυμάτων η πετρωμένη πατρίδα. Γέμισαν κόσμους φωτεινούς τα μήκη τ’ ουρανού. Στο πιο βαθύ ιερό, στα άδυτα του νου αποτραβήχτηκε του κόσμου η ψυχή. Να περιμένει εκεί την χαραυγή της βασιλείας του κόσμου. Δεν ήταν πια το φως οίκημα των θεών και ουράνιο σημάδι. Πέπλα νυχτερινά τούς σκεπάσαν. Η νύχτα έγινε της αποκάλυψης η κραταιά αγκαλιά. Σ’ εκείνην στράφηκαν ξανά οι θεοί. Στην νάρκη του ύπνου αφεθήκαν, ώσπου σε θάμβος νέο ξανά να επιστρέψουν. Στα μάτια του καταφρονημένου λαού που είχε αποστρέψει το πρόσωπο απ’ την μακάρια αθωότητα της νιότης φάνηκε με πρωτοείδωτη όψη ο νέος κόσμος. Σε μια καλύβα φτωχική. Της πρώτης παρθένου και μάνας ο γιος. Του μυστικού ευαγγελισμού ο απροσμέτρητος γόνος. Πρώτη ένοιωσε της Ανατολής η πολύανθη γνώση τής νέας εποχής το ξεκίνημα. Ένα αστέρι φώτισε το δρόμο προς του βασιλιά το ταπεινό λίκνο. Στ’ όνομα του απόμακρου μέλλοντος τον τίμησαν με χρυσάφι κι αρώματα, με τα ύψιστα δώρα της φύσης. Μοναχική ξεδιπλώθηκε η ουράνια καρδιά του, κραταιός ανθός της αγάπης. Προς την μακρινή μορφή του πατέρα και τα στήθη της μάνας στραμμένη. Και τα μέλλοντα ανέγνωσε χρησμοδότης ο οφθαλμός του ανθισμένου παιδιού, τα σκαλοπάτια του θείας γενιάς του ζητώντας, αμέριμνος για όσα το πεπρωμένο τού όριζε πάνω στη γη. Γρήγορα μαζεύτηκαν γύρω του οι παιδικότερες, οι πιο αθώες ψυχές. Σαν τον ανθό βλάστησε πλάι του αλλότρια μια νέα ζωή. Λόγοι ανεξάντλητοι, τα πιο ευφρόσυνα αγγέλματα σαν γλώσσες φωτιάς ανάβλυσαν από τα φίλα του χείλη. Απ’ ακτές μακρινές, γεννημένος κάτω από τον ιλαρό ουρανό της Ελλάδας, ήρθε στην Παλαιστίνη ένας βάρδος κι ολόψυχα δόθηκε στο εξαίσιο παιδί :

   «Του εφήβου η μορφή είσαι συ που από παλιά
   Τα μνήματά μας παραστέκει γνωστική·
   Παρήγορο σημάδι μες στην σκοτεινιά,
   Του νέου ανθρώπου η χαρμόσυνη απαρχή.
   Ό,τι μας βύθισε σε λύπη αλλού βαθιά,
   Δεν έχει ρίζες και βλαστούς πια στην ψυχή.
   Στον Άδη φάνηκε η ζωή παντοτινή.
   Εσύ ‘σαι ο Άδης και μας δίνεις τη ζωή. »

Με την ευδαιμονία στην ψυχή κίνησε ο βάρδος για το Ινδουστάν. Και πύρινα τραγούδια έπλασε, κάτω από κείνον τον γαλήνιο ουρανό, της καρδιάς του η μέθη, έτσι που στράφηκαν σ’ αυτόν χίλιες καρδιές, και το χαρμόσυνο άγγελμα χίλιες φορές άνθισε πάλι. Μα κύλησε ο καιρός κι έπεσε θύμα η ακριβή ζωή στον βαθύ μαρασμό του ανθρώπου Πέθανε νέος ο αβρός βασιλιάς, μακριά απ’ τον εράσμιο κόσμο και το μοιρολόι της μάνας, μακριά απ’ τους άτολμους φίλους. Το άφατο ποτήρι του ζόφου άδειασε στο γλυκό του το στόμα. Σε δέος φρικτό πλησίασε η ώρα της γέννησης του νέου κόσμου. Σκληρά αντιστάθηκε Εκείνος στο δέος του πανάρχαιου θανάτου. Του αρχαίου κόσμου βάρυνε πάνω του το άχθος. Με το βλέμμα του γύρεψε στερνή φορά την μητέρα. Τότε χέρι λυτρωτικό κι αγαπημένο τον άγγιξε — και ξύπνησε. Και για μέρες ελάχιστες ένα βαθύ παραπέτασμα απλώθηκε πάνω απ’ την αφρισμένη θάλασσα, πάνω απ’ την σειόμενη γη. Σε δάκρυα γοερά ξεσπάσαν οι φίλοι. Και ήρθαν στο φως τα απόκρυφα. Και πνεύματα εξ ουρανού ήραν τον πανάρχαιο λίθο απ’ του τάφου το σκότος. Και άγγελοι παραστάθηκαν του κοιμωμένου την κλίνη — από μειλίχια όνειρα πλασμένοι. Και σε νέα ωραιότητα θεού εγέρθη απ’ την νάρκη του Εκείνος στα ύψη του νεογέννητου κόσμου. Και την αρχαία σωρό ενταφίασε στον έρημο Άδη. Και με το χέρι του κύλησε επάνω της τον ακατάλυτο λίθο.

Ακόμα νοτίζουν τον τάφο σου τ’ αναφιλητά της χαράς, της κατάνυξης και της ευγνωμοσύνης τα δάκρυα. Ακόμα σε βλέπουν οι αγάπες σου σκιρτώντας να εγείρεσαι — κι εκείνες μαζί σου· σε κοιτούν να θρηνείς στης μάνας τα μακάρια στήθη, να βαδίζεις με τους φίλους σου αγέρωχα, να προφέρεις τις λέξεις που έδρεψες απ’ τον βλαστό της ζωής· σε κοιτούν να ανέρχεσαι στην πατρική αγκαλιά, τον νέο άνθρωπο φέρνοντας και του χρυσού μέλλοντος τ’ ασφράγιστα ποτήρια. Βιάστηκε η μητέρα να ανέλθει κοντά σου — σε επουράνιο θρίαμβο. Πρώτη εκείνη μαζί σου στην νέα πατρίδα. Διάβηκε έκτοτε χρόνος πολύς, κι όλο και πιο θαμβωτική ανασάλεψε η νέα σου κτίση. Και μυριάδες, πέρα από πόνους και βάσανα, πήραν θέση κοντά σου. Μαζί σου αναλήφθηκαν στης αγάπης το κράτος. Στον ναό του επουράνιου θανάτου ιερείς και στους αιώνες των αιώνων δικοί σου.

       Κύλησε ο μέγας λίθος
       Κι ο άνθρωπος ξυπνά.
       Σ’ εσένα ανήκουμε όλοι,
       Δεν μας κρατούν δεσμά.
       Ρέει στυφός ο πόνος
       Στο τάσι το χρυσό,
       Σβήνει η ζωή κι η πλάση
       Στο δείπνο το στερνό.

       Στο γάμο μάς καλούν
       Οι δάδες τώρα του ‘Αδη,
       Παρθένες οδηγούν,
       Δεν θα σωθεί το λάδι.
       Απ’ τη δική σου ηχούσαν
       Τα μάκρη τη μιλιά
       Και τ’ άστρα μάς καλούσαν
       Μ’ ανθρώπινη λαλιά

       Μαρία, σ’ εσέ ανεβαίνουν
       Τώρα χίλιες καρδιές.
       Εσέ μόνο προσμένουν
       Στης ζήσης τις σκιές.
       Να βρούνε της γαλήνης
       Ποθούνε την πηγή,
       Κλείσ’ τους στης αγκαλιάς σου,
       Παρθένα, τη στοργή.

       Έτσι κι όσοι πονώντας
       Σε βάσανα πικρά,
       Τον κόσμο λησμονώντας
       Σ’ εσέ γυρνούν ξανά.
       Στη θλίψη, στην ανάγκη
       Μας στάθηκαν βοηθοί.
       Να μείνουμε θα πάμε
       Μ’ αυτούς για πάντα εκεί.

       Πια ο εραστής στο μνήμα
       Του πόνου δεν θρηνεί.
       Τα δώρα της αγάπης
       Να κλέψει ποιος μπορεί;
       Τα πάθη για να γιάνει
       Μεθά η νυχτιά του νου.
       Φύλακες της καρδιάς του
       Τα τέκνα του Θεού.

       Γαλήνια η ζωή τραβά
       Τώρα στους ουρανούς
       Από την μέσα μας φωτιά
       Λάμπει και στίλβει ο νους.
       Ρέουν οι γαλαξίες,
       Χρυσό κρασί ζωής.
       Θα πιούμε να γενούμε
       Άστρα χρυσά κι εμείς.

       Δίχως δεσμά η αγάπη,
       Πια χωρισμός κανείς.
       Αφρίζει όλ’ η ζωή
       Σαν θάλασσα αχανής
       Μια νύχτα μόνο της χαράς,
       Μια ωδή παντοτινή,
       Κι ο ήλιος όλων μας
       Είν’ του Θεού η μορφή.

6.

ΠΑΘΟΣ ΘΑΝΑΤΟΥ

      Κάτω στον κόλπο αυτής της γης,
      Μακριά απ’ τα κράτη του φωτός,
      Πέρα απ’ τους πόνους της οργής
      Του ταξιδιού λάμπει ο φανός.
      Με βάρκα πάμε του νερού
      Γοργά στις όχθες τ’ ουρανού.

      Μακάρια ας είναι η νύχτα αυτή,
      Κι ο ύπνος πάντα ευλογητός.
      Σαν μ’ είδε η μέρα η θαλερή
      Μαράθηκε ο μακρύς καημός.
      Τώρα τα ξένα έχουν χαθεί
      Πατρίδα πια η ψυχή ποθεί.

      Τι θέλουμε στον κόσμο αυτόν
      Με της αγάπης την πνοή —
      Χάνεται, φεύγει το παλιό
      Του νέου φέρνει τί η ορμή;
      Στέκει θλιμμένος, μοναχός,
      Του αλλοτινού καιρού ο πιστός.

      Τότε, που οι αισθήσεις φωτεινές
      Μέσα στις φλόγες τρίζαν
      Που του Πατέρα τις βουλές
      Οι άνθρωποι γνωρίζαν.
      Που με το πνεύμα του υψηλού
      Έμοιαζαν στην εικόνα του.

      Τότε, που ακόμα κραταιές
      Αρχαίες φυλές ανθούσαν,
      Και που παιδιά τις αγκαλιές
      Των ουρανών ζητούσαν.
      Που, ας σκίρταγε λάγνα η ζωή,
      Γι’ αγάπη ράγιζε η ψυχή.

      Που με της νιότης τον ανθό
      Θεός εφανερώθη
      Και στου θανάτου τον σταυρό
      Η αβρή ζωή του ετρώθη
      Δίχως στον φόβο ν’ αφεθεί,
      Για μας μια τέτοια πληρωμή.

      Με πάθος ψάχνουμε δειλό
      Τ’ αλλοτινά στη δύση,
      Τη δίψα τούτον τον καιρό
      Κανείς δεν θα τη σβήσει.
      Για την πατρίδα πάμε πια,
      Σ’ άλλους καιρούς πίσω ξανά.

      Τί μας κρατά απ’ το γυρισμό,
      Κοιμούνται οι αγαπημένοι.
      Νεκροί κι εμείς στο μνήμα αυτό,
      Μονάχα η οδύνη μένει.
      Τίποτα δεν ζητάμε πια,
      Όλα κενά — μα όχι η καρδιά.

      Απέραντη και μυστική
      Μας δέρνει καταιγίδα.
      Από τα μάκρη ηχώ αντηχεί,
      Του πένθους μας πυξίδα.
      Οι αγάπες μας πονούν κι αυτές
      Πάθους μας στέλνουνε πνοές

      Κάτω, στη νύφη τη γλυκιά,
      Στου Ιησού Χριστού το μέλι,
      Των εραστών παρηγοριά
      Η Νύχτα που ανατέλλει.
      Όνειρο σπάζει τα δεσμά
      Μας στέλνει σε Θεού αγκαλιά.

Novalis, Hymnen an die Nacht, 1799