Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2011

ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΙΑΣΚΑΣ


σιμότερα προς την καρδιά της γης

Γ, Ι

Μισός στο φως μισός μες στο σκοτάδι,
κορμί ανεμόσαρκο, ψυχή πριονισμένη,
του βάλτου ανασαίνοντας τον πυρετό,
κιτρινισμένο αίμα.

Το σώμα μου προσφέροντας στου κόσμου τη χαρά
χάνω το ένα μάτι μου
και βρίσκω τ’ άλλο αστέρι,
με σέρνει η παλίρροια
η άμπωτη μ’ αφήνει.

Παιχνίδι του άσκοπου καιρού,
ίσκιος εχθρού, τρεμούλιασμα της πέτρας,
μ’ ένα μονάχα πήδημα σε βρίσκω και σε χάνω,
τραμπάλισμα της ηδονής,
της δίκοπης στιγμής
η ευτυχία.

Γ, ΙΙ

Ψάχνει ο Θεός μες στο νερό και βρίσκει το κορμί μου
ο διάβολος στον άνεμο για να ‘βρει τη σκιά μου,
ψάχνω κι εγώ στα σκοτεινά
βαθειά στα πεθαμένα στρώματα,
στα ναρκωμένα σπέρματα,
τις κοιμισμένες ρίζες.

Ψάχνω για το κρεβάτι της φωτιάς
της στάχτης το σεντόνι,
για τη δική μου μοναξιά,
για τον ξεφλουδισμένο ήλιο μου
στης λάσπης το βυθό.

Εκεί στη ζεστασιά
σιμότερα προς την καρδιά της γης,
ίσως να ξαναβρώ
τον πρόγονό μου που δεν γνώρισε το φόβο.

Γ, Χ

Τι όνειρο πάλι κι αυτό
ενώ δεν εκοιμήθηκα καθόλου,
κι’ όμως μεθά κανένας από έπαρση
περσότερο από την καλωσύνη που του δείχνουν,
κι’ όταν βρεθεί ψηλά όλα ανάποδα τα βλέπει
σαν οι καπνοί διαλυθούνε.

Λοιπόν, σας τις χαρίζω όλες τις πομφόλυγες,
δώστε μου όμως πίσω τη ζεστή μου τη γωνιά
κάτω απ’ του Θεού τη σιωπή,
κι’ ο κόσμος όλος γύρω μου απλός
κι’ αιώνιος να υπάρχει.

από το βιβλίο Προφητεία ή Ο μεθυσμένος βάτραχος
Εκδ. Δίφρος, 1973



Αίμα

Ένας μικρός τελείως ανεπαίσθητος
περνάει κραδασμός στα σκοτεινά βάθη,
κι’ ευθύς ανασκιρτούνε των φλεβών οι μαίανδροι,
το κόκκινο κύμα όπως τους κατακλύζει,
μια αυλαία τότε υψώνεται βελούδινη πελώρια
κι’ η έλξη ενός μεσουρανήματος λαμπρού μάς μαγνητίζει.
Κόκκινο το μαντήλι μου έβαψα κι’ ακόμα κυματίζει,
γιατί ήταν βαθειά η λαβωματιά
μαύρο το τόξο του νυχιού, λευκή αστραπή το δόντι,
κι’ ανθίσαν τόσες κόκκινες, κατακόκκινες πληγές,
που τώρα ανασαλεύουν
στον άνεμο λουλούδια.
Πόσο προκλητική της ανθρώπινης σάρκας η μυρουδιά,
πάντα σχεδόν των αγριμιών υγραίνει τα πτερύγια.
. . . . . . .
Αίμα από εκατόμβες από ανθρωποσφαγές,
της ανταρσίας λαμπερό κι ωραίο πάντα αίμα,
κάποιος ανέβηκε για να εκδικηθεί
και χτύπησε μεσ’ την καρδιά το νεαρό φεγγάρι
ω πόσο αλήθεια αίμα.
. . . . . . .
τώρα μέσα σ’ ένα αιμάτινο λουτρό
στο κόκκινο του σπαραγμού το κύμα,
ίσως ακόμα μια φορά να ξαναγεννηθώ.

Και τώρα που γλιστρώ στη σιωπή,
αντλώ ξανά τη δύναμη,
και προσδοκώ ν’ αρχίσω τη ζωή μου πάλι απ’ την αρχή,
έναν πυρσό εξόδου υψώνοντάς τη,
με τον καιρό,
όταν στον κύκλο των ζωδίων μας,
ο Αστερισμός του Λέοντος και πάλι θα εμφανισθεί.

Ζεστός ο κόλπος της μητέρας,
πάντα ζεστή η ανασεμιά της γής,
γλυκό είναι το λίκνισμα
απ’ της ζωής τη θέρμη.

Σάββατο βράδυ νυστάξαμε το θάνατο
ξημέρωμα ωστόσο Κυριακής
γρηγορήσαμε και πάλι τη ζωή μας.

συλλoγή: Οι πρωτόπλαστοι
Νέα Εστία τχ. 730



Μονάχος
μεταξύ ουρανού και γης απόμεινα,
ωστόσο μήτε μοναξιά
ουδέ ερήμωση νιώθω.

Ψαύω το σώμα
τους μυώνες δοκιμάζω,
το χνούδι μου αναζητώ ψηλαφητά.
Τότε ένα απόμακρο τύμπανο σα ν’ ακούω
και το μυριόχορδο αντηχείο της καρδιάς
των αστεριών το βόμβο αναδίδει
των άγνωστων ηλίων το βλεφάρισμα,
τους ψίθυρους των μυστικών χυμών της γης.
Ψαύω το σώμα μου,
ακούω ενδόμυχα να σφύζουν απαλά
του ακαταμάχητου οι ρυθμοί,
και το ανθρώπινο βάρος μου
ήσυχα υπομένω.

Η ετοιμόρροπη σκάλα δεν έτριξε διόλου,
κρατήθηκες στα κάγκελα,
και πέρασες απ’ το σιωπηλό διάδρομο
στα νώτα του σπιτιού
όπου το σκοτεινό παγώνι ανοίγει τα φτερά του.
Σαν το ‘νοιωσα, ήταν αργά πολύ,
μα πόσα χρόνια πέρασαν;
κι’ ο ίσκιος σου
νυχτώνει πάντα τον ουρανό μου.
Ήταν αργά για να φωνάξω πια
το στόμα μου είχε γεμίσει στάχτη
κι’ έξω
το φως επάλευε με τα σκληρά διαμάντια.

συλλoγή: Καταγωγή
Νέα Εστία τχ. 831


Καφενείο

Κίτρινες μάσκες λυώνουνε
στο φως τόσων κηρίων
στη βασιλεία του σκακιού.
Ο τελευταίος πελάτης μάχεται
τη θλίψη της Δευτέρας
και πάνω στο ψυχρό μάρμαρο
το πτώμα μιας εφημερίδας.

Μακρυά στ’ άγνωστο άστρο έπλεξα το καλύβι μου
κι’ ένα δικό μου κύκλο χάραξα
πέρα από το συγκροτισμό των ανθρωπίνων,
ο άνεμος σκορπά την τέφρα των μαλλιών μου
βράδυ και πρωί,
κι ω θλίψη,
να βλέπεις από μακρυά το δάσος της ζωής να καίγεται
μ’ όλα τα ζώα του και τα πουλιά του.

συλλoγή: Ατέλειωτη άσφαλτος
Νέα Εστία τχ. 893


Βασίλης Λιάσκας (1913-1982)
Αποχώρησε με ψηλά το κεφάλι, πέφτοντας στο κενό από το παράθυρο του νοσοκομείου όπου νοσηλευόταν, με έντονο το συναίσθημα της μοναξιάς, καταβεβλημένος και ταραγμένος.