Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΛΤΣΟΣ


Όλο και πιο λίγο απολαυστικός με τον εαυτό σου
ερειπωμένος
πέτρινος περιστεριώνας το πρωί που λείπουν τα πουλιά
στημένος στον αέρα των αιώνων
αναμένεις το άγαρμπο χέρι
για να ξεριζώσει τ’ αρχίδια σου
-γιατί έτσι μόνο πεθαίνεις εσύ-
αλλά μην το αφήσεις να ξεριζώσει την καρδιά σου
Τώρα πέταξε πριν η αδυναμία της χτυπημένης σου φτερούγας
κουράσει τον ρυθμό που κρατούν σιωπηλά τα αποδημητικά
στις αποστάσεις των ηπείρων
Και το μικρό χτίσμα που σε στεγάζει
-οστεοφυλάκιο από ίνες φωτός-
κι αυτό, σαν επινόημα της μεταφυσικής σου προκύπτει
Το εμπιστεύτηκες αν και τίποτα δεν του βρήκες στέρεο
Τίποτα δε σε έτερψε
Ούτε τα ομοιώματα στις τέσσερις γωνίες
-άψυχες διακοσμήσεις των εκτροφέων-
ούτε οι σταυροί
Ακόμη και τώρα
που η πτήση σε κουράζει και πρέπει να χειμάσεις
δε ραγίζει το μέτωπό σου
Κανείς βρομιάρης που χώνει τα χέρια του
δε σε πτοεί
Ούτε οι φλύαροι κελαηδισμοί των τρίτων
ούτε οι σιωπές σου σε πτοούν
– κυρίως από τότε που εξόντωσες την ικεσία
Οι ανάσες των νεκρών
από το κοιμητήρι πιο κάτω στην κοιλάδα
ή τα παράταιρα τραγούδια των ζωντανών
καθώς κατηφορίζουν
όλες οι ποικιλίες των ερεθισμών
διόλου δεν επηρεάζουν το ισχυρό σου ένστικτο θανάτου
Τα κατάφερες
Αλλά το πρόσωπό σου
-απλούστερα, η αλαμπουρνέζικη φιγούρα σου
τέκνο της Ιδουμαίας
μάσκα του Αγαμέμνονα
αφηρημένη αρνητικότητα που εντούτοις εκπληρώνει ματαιώσεις
και ό,τι πιάνει γίνεται χρυσός
παρδαλό σκιάχτρο που απειλεί
προτού το αποσύρουν οι αμπελουργοί-
το πρόσωπό σου λέω, Μίδα
σα να περιμένει να εισπνεύσει τους φόβους σου
για να τους ανατάξει κατόπιν με τις τεχνικές
των μεγάλων γυψαδόρων του σικελικού μπαρόκ
Το πρόσωπο, δεν είναι άραγε η ερημία en personne;
Η φαγωμένη ερημία κάποιου που δεν μπορεί άλλο να συνθέσει τον εαυτό του
να καταρρεύσει στο δράμα του
να καγχάσει με τη θεωρία της υπογραφής
να πει, τέλος πάντων, το σεσημασμένο
στους διευρυμένους τόπους των περιστεριώνων και των νεκροταφείων
κρίνοντας ζώντες και νεκρούς
επικρίνοντας την ιλαρότητα στο τέλος τής
μικρής κωμικής ανακεφαλαίωσης
ΙΙ
Όλο και περισσότερο κλεισμένη στον εαυτό σου
Όλο και λιγότερο ελευθερωμένη
από τους μαύρους ίσκιους του ύπνου
Σ’ άλλους μιλάς για αισθήματα που δεν τ’ αναγνωρίζουν
Εμένα, που ξέρω, δε με ρωτάς
Ερημωμένη
πέτρινος περιστεριώνας το πρωί που λείπουν τα μικρά
περιμένεις το κακό μου χέρι
να σου ξεριζώσει τα στήθια
Μην το αφήσεις να τραβήξει και τ’ απομεινάρια μιας
σπουδαίας καρδιάς
Πέταξε
πριν η αδυναμία της χτυπημένης σου φτερούγας
κουράσει τον ρυθμό που κρατάς στις αποστάσεις των ηπείρων
όταν πετάγεσαι στον ύπνο σου με την ψυχή στο στόμα
και επιδίδεσαι στην κίνηση της αναγνώρισής μου
ψάχνοντας στο άδειο μαξιλάρι
Πετάω κι εγώ, αλλά πιο χαμηλά
Και το μικρό κτίσμα που μας στεγάζει
-οστεοφυλάκιο από ίνες ερώτων και θυμώματα καλοήθη-
κι αυτό, στη μεταφυσική σου έγκειται
και στη φουντωτή ουρά του παγωνιού
που μας παρακολουθεί σκαρφαλωμένο στο δέντρο
Τίποτα δε βρήκες διασκεδαστικό
Κανείς άνθρωπος που χώνει τα χέρια του
δε σε πτοεί πλέον
Ούτε οι επιγενόμενες σιωπές σου
ούτε οι αντισταθμιστικές μου φλυαρίες
Και το πρόσωπό σου
-μάσκα βενετσιάνικη με το μεγάλο λευκό μέτωπο-
δεν είναι άραγε το μοναδικό σου κατάλυμα;
(Αν βέβαια εξακολουθήσεις να μεταμφιέζεσαι στον
PIERROT ASSASSIN DE SA FEMME
της παντομίμας)
Έτσι δρα ο Μίμος που το παιχνίδι του περιορίζεται
σ’ έναν αέναο υπαινιγμό χωρίς να σπάζει τον καθρέφτη
Βιάζεται
Πολυγράφος επαίτης της εικόνας
Χάρτινος άνθρωπος
Ψυχή από χαρτί
Όταν του έδωσαν ολόκληρο τον κόσμο
ζήτησε καθρεφτάκια
Κι όταν αδέξια σήκωσε την πέτρα
-γιατί ο κόσμος κρύβεται σαν τον σκορπιό-
ετρώθη παρά τα αντίδοτα μελάνια
Πόσες γενιές χρειάστηκε το ανθρωπάκι
πριν χάσει την αγριότητά του;
Και ο σκορπιός, κάτω απ’ την πέτρα
πόσες γενιές μετά θα ξεπικράνει;
Η αγριότητα είναι προαίσθημα λοιπόν;
– Μη σηκώνεις τις πέτρες
Μην αραιώνεις το αίμα σου με αντίδοτα
Την πράσινη ροή του δηλητήριου, μην εμποδίσεις
Γιατί να ονομάζουμε αλήθεια το νερό;
Διψούν οι άνθρωποι και πίνουν
απ’ το πικρό ποτήρι της καρδιάς
εγκαταλείποντας την υποχρέωση του επείγοντος προσδιορισμού
όπου, ό,τι δεν ορίζεται, τους φαρμακώνει
Στύβουν τις λύπες τους
Διασπούν στον αντιδραστήρα των ματιών το δάκρυ
Επικαλούνται την αυτόδηλη ισχύ της έλλειψης και
ξεδιψούν
αδιαφορώντας για την τύχη της χημείας
λες κι ένα τέχνασμα θεών τους φέρνει στην πηγή
-που η πηγή το σκέφτηκε-
κι ανοίγουνε τις χούφτες στο νερό
να σβήσουν την κατάπτωση του σθένους
να ορθώσουνε τον λόγο στο μάτι της πηγής
Με τις υδρίες τους επ’ ώμου
δοσμένοι οι διψώντες
κι ακόμη ικευτετικώτεροι του ικετευτικού
λένε:
– Διψάω για ζωή, για κάτι πιο σπαρακτικό από ζωή,
Δικαιοσύνη
Διψούν και μέσα τους βυθίζονται ως τα μισά
όπως ο πηγαδάς βαθαίνει τα επουράνια
και ανοίγει η φλέβα του καρπού
ματώνει και μείγνυνται αίμα και νερό
– Ένα ποτήρι, σας παρακαλώ
(μετωνυμία ασφαλώς)
να ξεδιψάσω
Στο φιλιατρό του πηγαδιού
μετρώ δικαίους
Σ’ αυτόν τον τόνο της μαϊμούς:
βλέπω και κάνω
– Πώς βάφει τα χειλάκια της η δεσποινίδα;
Και πώς χαϊδεύει ο γέρος τη γριά του;
Πώς έβγαλε τα μάτια του ο φόβος
τον βασιλέα παίζοντας της Θήβας;
Διόλου ως εκ τούτου δε με κόφτει το κολάρο
ο γύφτος που φερμάρει την καδένα
όταν, για μια στιγμή, η αθωότητα μ’ αρπάζει
και ξεχνιέμαι, μ’ ανεμελιά που έχουν τα
θηρία
απέναντι στην ανεπάρκεια του ανθρώπου
καλά και σώνει να νικήσει το μοντέλο
παίζοντας τη σκηνή μιας εμπειρίας
τις νέκυιες γυρνώντας μέσα-έξω
πένθη φτωχών στο άσυλο ανιάτων
το εντάφιο που πάει να ξεκινήσει
Και τότε αργώ χαζεύοντας μιαν ηλιαχτίδα
Τι άχρηστη η ανάμνηση του παρόντος!
Περνάει η μισή ζωή
σε άσκοπες αντιγραφές θαυμάτων
αποτυπώνοντας ξένα μοτίβα, βραχύτατα
με το κενό του ουρανού απάνω
το δίκαιο γάλα εκείνων που θα φύγουν
μες στη βραχνή λιτανεία της ταχείας
Ανεστραμμένα όλα
τόσο κοντά και τόσο ξένα
τίμημα μιας παλινωδίας
σκιές στο κοίλο του θεάτρου
που πάνε να ξεσκάσουν οι πεθαμένοι
Τα πράγματα, αν είναι όπως είναι
ένα «επειδή» αρκεί να τα αποδώσει
γι’ άλλη μια φορά στη δύναμή τους
ίδια κι απόιδια
ανάσα ενός μωρού που ξεψυχάει
Τώρα βραδιάζει
Ακροπατώ στον βράχο των γιγάντων
Στις ανοιχτές σελίδες του βιβλίου
οι προτομές των ποιητών που κυβερνήσαν
σκληροί απ’ την ουσία του γρανίτη
ορθοτομούν
κι εγώ ανιστορώ τα ξένα λόγια
και κόβω την κλωστούλα των αιώνων
Χωρίς κανείς να σε καλέσει, έρχεσαι
Σε είδε η φευγαλέα μου ματιά
να προπορεύεσαι σ’ έναν καθρέφτη
μαζί σου ο βυθός
σε φανερώνει, του ψευδάργυρου
Εγκαταστάθηκες μετά σα διασπορά
φαινόμενο χωρίς καταγωγή
χωρίς στοιβάδα, αέρας
επίσκεψη εξωφρενική
πρόσωπο σκοτεινό
– κλήση και εντολή μου
Δε βλέπεις;
Συνδέω ποσότητες διεργασιών εδώ
Στανιάρω σα βάρκα που βουλιάζουν στα ρηχά
Σφίγγω
Με σφίγγει ο κλοιός του δέρματος
Χαράχτηκε η μεμβράνη του τυμπάνου
Δεν αντηχεί τον πόλεμο της νιότης
Κι εδώ που οδηγήθηκα από σένα
– κλήση και εντολή μου -
εδώ που ακούω το τραύλισμα του λυρισμού
– άχρηστη τεθλασμένη
όπως τη χάραξε ο φόβος μου
παράλλαξη γλώσσας νεκρής
που επιμένουν να την ομιλούν -
εδώ, θα όφειλα ν’ απαλλαγώ απ’ τους κανόνες
λαμβάνοντας για βάσανο την ευκολία
καλλίγραφη, ξετρελαμένη για μεταφορές
Εδώ, πρόσωπο σκοτεινό
εμπόδιο στο διάβημα
βήμα του βήματος που αργεί
άλλοτε προς το οργανικό
κι άλλοτε προς το ανόργανο του χαρακτήρα
σπάνιο είδος
εμπόδισε τους
εμπόδισέ τους να συρράψουν τυπογραφικά στη ράχη μου
Ο βρόντος νέμεται το ασυντέλεστο παρόν
Κι απ’ έξω ο δαίμων
θορυβεί
Συναίσθημα που δεν απάντησα στη Φύση
σαμούρι έντρομο μπροστά στον κυνηγό
τοπίο που σαρώνει αέρας
μαύρη καρδιά
Και το όριο πήξεως στο χιόνι, μαύρο
Τα δύο διαμετρικώς αντίθετα σημεία, μαύρα:
ο θάνατος κι ο θάνατος
Να περιγράψω πάλι
Να γράψω en poète ώσπου το ακατονόμαστο να
μ’ ονομάσει
δίχως να επιτρέπεται να ονομαστεί
Δεν έχω κάτι άλλο να προσθέσω
Κι ούτε μπορώ να εξαρτώμαι από τα γένη
Ταράζομαι, τρομάζω, καταπίπτω
Το λεξιλόγιο επενεργεί στη φράση
Επιδεινώνομαι ενώ αναρρωννύω
Από πολλές απόψεις, μένω εκτεθειμένος
με κείνη την ανεπίθετη ευτυχία
όταν ακούω το μουσικό μοτίβο της ζωής μου
στον τελευταίο σταθμό της μεθορίου
τα χάλκινα Βουλγάρων
Κι ισορροπώ στον παγωμένο ποταμό, στο τριεθνές
Σκουριάζω
τρίκυκλο που εγκαταλείψαν δουλεμπόροι
Ίχνη φωτιάς τριγύρω
ενώ απάνω λυκοφέγγει το φεγγάρι
Όταν περάσει ο καιρός και η προτελευταία σου στιγμή γίνει η τελευταία
και τότε στο ανέκλυτο συναιρεθείς
κι ο χρόνος σου εντοπιστεί εκεί που κείται ο ξενιστής
– πνεύμα αλλοπρόσαλλο
κάποιου που επαναλαμβάνει συνεχώς την ίδια τάξη -
τότε, μην επαναπαυτείς
Τα βράδια ξεσηκώνονται τα ποιήματά σου
και νευρικά κυκλοφορούν στα βυθισμένα σπίτια
Παρενοχλούν τους κοιμισμένους
και τους ρωτούν αν ζει ο Βασιλιάς τους
Ύστερα γλιστράνε στα σεντόνια
και επωάζουν
Όλο και πιο λίγο απολαυστικός με τον εαυτό σου
ερειπωμένος
πέτρινος περιστεριώνας το πρωί που λείπουν τα πουλιά
στημένος στον αέρα των αιώνων
αναμένεις το άγαρμπο χέρι
για να ξεριζώσει τ’ αρχίδια σου
– γιατί έτσι μόνο πεθαίνεις εσύ -
αλλά μην το αφήσεις να ξεριζώσει την καρδιά σου
Τώρα πέταξε πριν η αδυναμία της χτυπημένης σου φτερούγας
κουράσει τον ρυθμό που κρατούν σιωπηλά τα αποδημητικά
στις αποστάσεις των ηπείρων
Και το μικρό χτίσμα που σε στεγάζει
– οστεοφυλάκιο από ίνες φωτός -
κι αυτό, σαν επινόημα της μεταφυσικής σου προκύπτει
Το εμπιστεύτηκες αν και τίποτα δεν του βρήκες στέρεο
Τίποτα δε σε έτερψε
Ούτε τα ομοιώματα στις τέσσερις γωνίες
– άψυχες διακοσμήσεις των εκτροφέων -
ούτε οι σταυροί
Ακόμη και τώρα
που η πτήση σε κουράζει και πρέπει να χειμάσεις
δε ραγίζει το μέτωπό σου
Κανείς βρομιάρης που χώνει τα χέρια του
δε σε πτοεί
Ούτε οι φλύαροι κελαηδισμοί των τρίτων
ούτε οι σιωπές σου σε πτοούν
– κυρίως από τότε που εξόντωσες την ικεσία
Οι ανάσες των νεκρών
από το κοιμητήρι πιο κάτω στην κοιλάδα
ή τα παράταιρα τραγούδια των ζωντανών
καθώς κατηφορίζουν
όλες οι ποικιλίες των ερεθισμών
διόλου δεν επηρεάζουν το ισχυρό σου ένστικτο θανάτου
Τα κατάφερες
Αλλά το πρόσωπό σου
– απλούστερα, η αλαμπουρνέζικη φιγούρα σου -
τέκνο της Ιδουμαίας
μάσκα του Αγαμέμνονα
αφηρημένη αρνητικότητα που εντούτοις εκπληρώνει ματαιώσεις
και ό,τι πιάνει γίνεται χρυσός
παρδαλό σκιάχτρο που απειλεί
προτού το αποσύρουν οι αμπελουργοί
το πρόσωπό σου λέω, Μίδα
σα να περιμένει να εισπνεύσει τους φόβους σου
για να τους ανατάξει κατόπιν με τις τεχνικές
των μεγάλων γυψαδόρων του σικελικού μπαρόκ
Το πρόσωπο, δεν είναι άραγε η ερημία en personne;
Η φαγωμένη ερημία κάποιου που δεν μπορεί άλλο να συνθέσει τον εαυτό του
να καταρρεύσει στο δράμα του
να καγχάσει με τη θεωρία της υπογραφής
να πει, τέλος πάντων, το σεσημασμένο
στους διευρυμένους τόπους των περιστεριώνων και των νεκροταφείων
κρίνοντας ζώντες και νεκρούς
επικρίνοντας την ιλαρότητα στο τέλος τής
μικρής κωμικής ανακεφαλαίωσης
Περισσότερο από πυρκαγιά
το κύρος που τον περιβάλλει
τα κρόσσια ενός εξίτηλου φωτός
πάνω απ’ το φως
όπου προβάλλει, κυνηγημένος – κυνηγός
ο Άγιος Ιάκωβος ο οδοιπόρος σου, Τισιάνο
Αυτός μάλιστα
Τρέμοντας σύγκορμος, προέρχεται
Πηγαίνει κάπου
Προπορεύεται
Μετατρέπει το υπόστρωμα της τέχνης σου
– χρώμα και αίσθημα – σε Δείξη
ένα «Ιδού» που δείχνει:
– Δέστε πως περιπατούν οι δάσκαλοι
λάβροι για τη ζωγραφική
με όλη τη βουλητική πλευρά τους τεταμένη
ζωγραφισμένη ήδη
προτού εισέλθουν στις στοιβάδες της μπογιάς
σκαλώνοντας σε κάτι σαν ψυχή του μουσαμά τους
Δέστε με, έρχομαι
και κει που θα ’ρθω είμαι
Φορώ τον βαθυσκότεινο μανδύα ενός αμφίβολου Χριστού
καθώς βαδίζω στο μέλλον το απόλυτο των ζωντανών:
τον Πίνακα
Εδώ θα κατοικώ
επίπεδο άγαλμα της τύχης και της έμπνευσης
Δέστε με, αν είναι δυνατόν
Πέρα από το ορατό η όραση να βλέπει
ό,τι δεν γίνεται να δει, ό,τι δεν γίνεται να πει
χωρίς τα μακροσκοπικά γυαλιά της γλώσσας
Φοβάμαι
μα πιο πολύ φοβάμαι τις σκιές
στα αδειανά δωμάτια τη νύχτα
Τα πρόσωπα λογίων γυναικών
που συζητούν για τον Μιχαήλ Άγγελο
Κι εγώ φοβάμαι τις σκιές
Δεν μπόρεσα να ρθώ στο ραντεβού, Τισιάνο
Πήγα στον πίνακα
Δεν ήξερα από πού να βγω.
Έφυγα
Το βήμα που οδηγεί, δεν τόλμησα
Προσήλωση δεν είχα σ’ ένα επίτευγμα
όχι της διάνοιάς μου
αλλά της εμμονής του ορυκτού
να διαβρωθεί, έως ότου να θρυμματιστεί
ελάχιστο, ως κόκκος άμμου
Δεν είναι όλες οι ζωές υπερκινητικές
κι οι δεξιότητες δεν μαρτυρούν παιδεία στα χαρτιά
αλλά τον εύθρυπτο πλεονασμό πωρόλιθου
πρόπτωση του ανόργανου στο σώμα
σε χέρια ατάλαντα
Δεν μπόρεσα ν’ αγγίξω την καρδιά σου
όταν ενώπιόν μου έφερες τον Άγιο
με την ορθομαρμάρωση ενός σώματος γεροντικού
χνώτα θυμού
βλέμμα επαρμένο
στραμμένο εκεί, επάνω δεξιά, όπου έγκειται ο Θεός
με τη στροφή της κεφαλής κιναίδου
και τον λαιμό – κλαδί στριφνού κορμού
μιας γέρικης ελιάς που αποτιμά την ερημιά της γης
του πτώματος που δεν κατόρθωσα να ξεπεράσω
Δεν μπόρεσα να φτάσω σ’ έκσταση
ερχόμενος σε σύμπνοια με το θείο της παράστασης
Τι περισσότερο διαθέτει ο συναισθητικός
κι υπερτερεί
ακούγοντας το ποδοβολητό του Αγίου
με τα μάτια;
Ένα χαλίκι αιχμηρό
στις άκρες των φθαρμένων σανδαλιών του
– η ελάχιστη πληγή ανάμεσα στα δάχτυλα που δεν την είδα -
Το αόρατο εμπόδιο
για όποιον απορεί με τον σωσία σου
Πως γίνεται να αποδεσμεύει η γύμνια του
τόση καταστολή της αγιοσύνης;
Πως ξεγυμνώνεις υπερβατικούς;
Κι εγώ γυμνώνομαι
Και αν λυτρώνομαι, είναι σε επίπεδο λιγοψυχίας
Όλο και περισσότερο κλεισμένη στον εαυτό σου
Όλο και λιγότερο ελευθερωμένη
από τους μαύρους ίσκιους του ύπνου
Σ’ άλλους μιλάς για αισθήματα που δεν τα αναγνωρίζουν
Εμένα, που ξέρω, δεν με ρωτάς
Ερημωμένη
πέτρινος περιστεριώνας το πρωί
που λειπουν τα μικρά
περιμένεις το κακό μου χέρι
να σου ξεριζώσει τα στήθια
Μην το αφήσεις να τραβήξει
και τ’ απομεινάρια
μιας σπουδαίας καρδιάς
Πέταξε
πριν η αδυναμία της χτυπημένης σου φτερούγας
κουράσει το ρυθμό που κρατάς στις αποστάσεις των ηπείρων
όταν πετάγεσαι στον ύπνο σου
με την ψυχή στο στόμα
και επιδίδεσαι στην κίνηση της αναγνώρισής μου
ψάχνοντας στο άδειο μαξιλάρι
Πετάω κι εγώ, αλλά πιο χαμηλά
Και το μικρό κτίσμα που μας στεγάζει
– οστεοφυλάκιο από ίνες ερώτων και θυμώματα καλοήθη -
κι αυτό, στη μεταφυσική σου έγκειται
και στη φουντωτή ουρά του παγονιού
που μας παρακολουθεί σκαρφαλωμένο στο δέντρο
Τίποτα δεν βρήκες διασκεδαστικό
Κανείς άνθρωπος που χώνει τα χέρια του
δεν σε πτοεί πλέον
ούτε οι επιγενόμενες σιωπές σου
ούτε οι αντισταθμιστικές φλυαρίες μου
Και το πρόσωπό σου
– μάσκα βενετσιάνικη με το μεγάλο λευκό
μέτωπο -
δεν είναι άραγε το μοναδικό σου κατάλλειμα;
(Αν βέβαια εξακολουθήσεις να μεταμφιέζεσαι
στον PIERROT ASSASIN DE SA FEMME
της παντομίμας)
Έτσι δρα ο Μίμος που το παιχνίδι του περιορίζεται
σ’ έναν αέναο υπαινιγμό χωρίς να σπάζει τον καθρέφτη
Βιάζεται
Πολύγραφος επαίτης της εικόνας
Χάρτινος άνθρωπος
Ψυχή από χαρτί
Όταν του έδωσαν ολόκληρο τον κόσμο
ζήτησε καθρεφτάκια
Κι όταν αδέξια σήκωσε την πέτρα
– γιατί ο κόσμος κρύβεται σαν το σκορπιό -
τρώθηκε, παρά τα αντίδοτα μελάνια
Πόσες γενιές χρειάστηκε το ανθρωπάκι
πριν χάσει την αγριότητά του;
Κι ο σκορπιός, κάτω από την πέτρα
πόσες γενιές σκορπιών να ξεπικράνει;
Η αγριότητα είναι προαίσθημα λοιπόν;
– Μη σηκώνεις τις πέτρες
μην αραιώνεις το αίμα σου με αντίδοτα
την πράσινη ροή του δηλητήριου, μην εμποδίσεις
Γιατί να ονομάζουμε αλήθεια το νερό;
Διψούν οι άνθρωποι και πίνουν
απ’ το πικρό ποτήρι της καρδιάς
εγκαταλείποντας την υποχρέωση του επείγοντος προσδιορισμού
όπου, ό,τι δεν ορίζεται τους φαρμακώνει
Στίβουν τις λύπες τους
Διασπούν στον αντιδραστήρα των ματιών το δάκρυ
Επικαλούνται την αυτόδηλη ισχύ της έλλειψης
και ξεδιψούν
αδιαφορώντας για την τύχη της χημείας
λες και ένα τέχνασμα θεών τους φέρνει στη πηγή
– που η πηγή το σκέφτηκε -
κι ανοίγουνε τις χούφτες στο νερό
να σβήσουν την κατάπτωση του σθένους
να ανορθώσουνε στο μάτι της πηγής
τον λόγο
Με τις υδρίες τους επ’ ώμου,
Δοσμένοι οι διψώντες και πολεμιστές
Κι ακόμη ικευτετικώτεροι του ικετευτικού,
λένε:
– Διψάω για ζωή,
για κάτι πιο σπαρακτικό από ζωή,
δικαιοσύνη
Διψούν και μέσα τους βυθίζονται ως τα μισά
όπως ο πηγαδάς βαθαίνει τα επουράνια
και ανοίγει η φλέβα του καρπού,
ματώνει και μύγνηται αίμα και νερό
– Ένα ποτήρι σας παρακαλώ
– μετωνυμία ασφαλώς -
να ξεδιψάσω
Στο φιλιατρό του πηγαδιού
μετράω δικαίους
Φτάνω στην αποκάρωση του τίποτα
το καίω κι αυτό
τίποτα να μη μείνει
μόλο που το χώμα βγάζει το ζιζάνιο
το σώμα τον καρκίνο
Μπροστά στη ριζοσπαστική φωτιά
με την καταβολάδα του ινδιάνου στο κεφάλι
γυρνάω γύρω – γύρω
έως ότου αρχίσω να αλλαλάζω
καλώντας τον μετεμψυχωμένο πνεύμα μου
να με ηρεμήσει
να με κρύψει μέσα του
Αυτούσιος ο εαυτός μου:
ποίημα του Θεού
Τώρα σε καταλαβαίνω
στην πληρότητα που μου άξιζε
τώρα τη νύχτα, στη διαπασών
αλλά έπρεπε να περάσουν τα χρόνια
για να μου δείξει το κόρνο
την καλοσύνη σου
Αλλάζει ο ρυθμός
και διακριτικά η συγχορδία
με εισάγει στο adagio molto που τραγουδώ
Τα χέρια μου σκάζουν το χειμώνα
Δεν τα φροντίζω πια
Δεν διευθύνω
Δεν έχω τρόπους να αναχαιτίσω τον ξεπεσμό
Δεν μπορώ να ακούσω τη φωνή μου
παρά στα ποιήματα και στα βιολιά
Μου δείχνουν το φόβο
Με αποσπούν
Όπως το πρόσωπο εκείνου που ένας θεός του έκλεισε
την ακοή για να μην υπάρχουν άλλοι ήχοι
εκτός από τους δικούς του
Και περιμένω
γριά κούκλα με φορεματάκι κοριτσιού
γύψινη προτομή
πάνω απ’ το πιάνο του κοριτσιού
κάτω απ’ το κρεσέντο της τίγρης
στο presto – allegro assai
των εικοσιτριών λεπτών
και των πενηνταέξι δεύτερων
που ξετρελαίνουν το χρόνο
Βιάζομαι
αλλά τώρα πείθομαι από τον μετρονόμο
Προβάλω την δικαιολογία
δεν έχω όμως λόγο να προσβάλλω
την ανέντιμη συμφωνία με το θάνατο
Κρύβω τα μάτια μου με λάσπη
Βουλώνω με λάσπη τ’ αυτιά
Όλα τα αναθέτω στη σύριγγα
Δεν είναι αλήθεια πως σ’ αυτό που ήμουν
επιστρέφει το χώμα;
Συγκεντρωμένη
αλλά για πόσο ακόμη;
αφού η φωτεινή κηλίδα
γλυστράει αλλού
κι αλλάζει η γωνία της φθοράς
σα να αμβλύνθηκε το φως
στο πρόσωπό της
ή να έπρεπε να χειριστεί το φως, αλλιώς
να συλλαβίσει το αναπότρεπτο
ως το τέλος
Στην αντηλιά της επιτρέπεται να ξαποσταίνει
ν’ αναπνέει ελάχιστα
σαν άνθρωπος από χαλκό
σε συνεχή παρεκτροπή
απ’ τον άνθρωπο που υπήρξε
χωρίς παραφορά
βρίσκοντας το λιγότερο
απ’ ό,τι της αρκεί στο μέτωπό της
Στέκεται στην εικόνα της μπροστά
Παρατηρεί, λυπάται, ενθαρρύνεται
Σβήνει το φως
Δεν την κρατά το σπίτι
Δεν την κρατάει η καρδιά
παρότι η κούκλα μέσα της σκιρτά
διότι κανέναν άνθρωπο
δεν τον αφήνει ολωσδιόλου ο εαυτός του
Ο μάρτυρας της νιότης της
το σκίρτημα μιας σκοτεινής επίγνωσης
που την φιλά στα μάτια
Χτενίζει με ηρεμία τα μαλλιά
Παραφυλάει το χρόνο
Άλλη δεν έγινε
– πως θα ήταν δυνατό;
Θα την δεχτεί αδιαμαρτύρητα τη διαφορά
Φοράει ένα μαύρο νυφικό, σιμώνει
σαν να του λέει:
Θάνατε, ήρεμη είμαι εδώ
ενώ το χιόνι
στρώνει στο ωραίο σώμα της, υπομονή
Ξαπλώνει, ορθώνεται μετά
Πώς έμαθε να κοροϊδεύει την οδύνη;
Πώς τον αρπάζει απ’ το λαιμό ικετευτικά;
Δεν ήθελες τις συντομεύσεις
γι’ αυτό κι ονόμαζες
πετροχελίδονο
τα μικρά πουλάκια της καρδιάς σου
μύριων όσων ελιγμών
τα περισσότερα λοξά,
αλόγιστα
Δεν είναι φανερό πως κυνηγούνε κάτι
κι ας φτερουγίζουν
γύρω απ’ το γείσο του ερειπίου
προορισμένα για ευρυγώνιες στεριές
Κι οι μικρές σου παρεμβάσεις
– σκιές ψαλιδισμών
που κόβουν τη σιωπή μου –
κεντούν κι αυτές το δειλινό
με σταυροβελονιές
Σταυροί στην άκρη του ουρανού
Υπογραφές
Αιτήματα που με ρωτούν
αν είσαι εδώ
Αποδημία
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΛΤΣΟΣ