Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

EXOYN ΟΛΑ ΕΙΠΩΘΕΙ ΕΚΑΤΟ ΦΟΡΕΣ


Έχουνε όλα ειπωθεί εκατό φορές
Και μάλιστα καλύτερ’ από μένα
Αν λοιπόν γράφω στίχους
Είναι γιατί μ’ αρέσει
Είναι γιατί μ’ αρέσει
Είναι γιατί μ’ αρέσει
Να μπαίνω στο ρουθούνι σας.
ΑΝ ΕΒΡΕΧΕ ΔΑΚΡΥΑ
Αν έβρεχε δάκρυα
Όταν πεθαίνει μι’ αγάπη
Αν έβρεχε δάκρυα
Όταν βαραίνουν οι καρδιές
Σ’ ολόκληρη τη γη
Για ένα σαραντάμερο
Δάκρυα πικρά
Θα πνίγανε τους πύργους
Αν έβρεχε δάκρυα
Όταν πεθαίνει ένα παιδί
Αν έβρεχε δάκρυα
Όταν γελάνε οι κακοί
Σ’ ολόκληρη τη γη
Με γκρίζα κύματα και κρύα
Δάκρυα πικρά
Το παρελθόν θα τάραζαν
Αν έβρεχε δάκρυα
Όταν σκοτώνουμε τις καθαρές καρδιές
Αν έβρεχε δάκρυα
Όταν χανόμαστε κάτω απ’ τα τείχη
Σ’ ολόκληρη τη γη
Θα γίνονταν κατακλυσμός
Από τα δάκρυα τα πικρά
Των δικαστών και των ενόχων
Αν έβρεχε δάκρυα
Κάθε φορά που ο θάνατος
Κραδαίνοντας τα όπλα του
Σκίζει τα σκηνικά
Σ’ ολόκληρη τη γη
Δε θα ‘μενε πια τίποτα
Παρά τα δάκρυα τα πικρά
Του πένθους και της φρίκης.
ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΖΩ
Γιατί να ζω
Γιατί να ζω
Για το πόδι το χλωμό
Κάποιας ξανθιάς
Στον τοίχο ακουμπισμένο
Κάτω από πλούσιο ήλιο
Για το πανί το στρογγυλό
Ενός καϊκιού στενόμακρου
Για της κουρτίνας τη σκιά
Τον κρύο μου καφέ
Για ν’ ακουμπάω την άμμο
Για να κοιτάω το βυθό
Που τόσο είναι γαλάζιος
Που κατεβαίνει έτσι βαθιά
Μαζί με τα ψαράκια
Τα ήρεμα ψαράκια
Βοσκάνε κάτω εκεί
Ή φτερουγίζουν πάνω
Από φύκια μαλλιά
Σαν πουλιά βραδυκίνητα
Σα γαλάζια πουλιά
Γιατί τάχα να ζω
Μα γιατί είν’ ωραίο.
ΑΚΟΜΑ ΕΝΑΣ
Ακόμα ένας
Μα χωρίς αιτία
Αφού οι μισοί
Ρωτάνε ό,τι ρωτούν κι οι άλλοι μισοί
Αφού τους απαντάνε με τα λόγια των άλλων
Τι άλλο πια κι εσύ να κάνεις
Παρά να γράφεις σαν τους άλλους
Και ν’ αμφιβάλλεις
Να επαναλαμβάνεις
Να ψάχνεις
Να ζητάς
Τίποτα να μη βρίσκεις
Ν’ αηδιάζεις
Και να λες
Σε τίποτα δε βγάζει
Θα ‘ταν καλύτερα να κέρδιζες τη ζωή σου
Μα τη ζωή μου εγώ την έχω, τη ζωή μου
Να την κερδίσω δεν υπάρχει ανάγκη
Πρόβλημα αυτό δεν είναι
Δεν είν’ εκεί το πρόβλημα
Προβλήματα θαρρώ είναι τα υπόλοιπα
Όμως τα έχουν όλα επισημάνει
Για όλα έχουν ρωτηθεί
Και για τα πιο ασήμαντα
Λοιπόν τι άλλο πια μου μένει
Έχουνε πάρει όλες τις λέξεις τις κατάλληλες
Όλες τις λέξεις τις ωραίες για να μιλήσεις
Τις αφρισμένες, τις ζεστές και τις μεγάλες
Τους ουρανούς, τ’ αστέρια, τα φωτάκια,
Τις άγριες, τις μαλακές σαν κύμα
Λυσσάνε, ροκανίζουνε κόκκινα βράχια
Γεμάτες με σκοτάδι και κραυγές
Γεμάτες αίμα κι αισθησιασμό
Γεμάτες με βουντούζες και ρουμπίνια
Λοιπόν εμένα τι μου μένει
Θα πρέπει να ρωτιέμαι αθόρυβα
Δίχως να γράφω δίχως να κοιμάμαι
Πρέπει να ψάχνω για λογαριασμό δικό μου
Και δίχως να το λέω, ούτε στο θυρωρό
Στο νάνο που κινιέται κάτω από τα πόδια μου
Ή στον παπά του συρταριού μου
Πρέπει να σκύβω μέσα μου
Χωρίς να παραστέκεται καμιά καλογριά
Σα χωροφύλακας να ορμήσει να μ’ αρπάξει
Και να μου μπήξει ένα μαχαίρι αλειμμένο βαζελίνη
Πρέπει να χώσω ένα μίσχο στα ρουθούνια
Την ουραιμία να εμποδίζει του εγκεφάλου
Να βλέπω οι λέξεις μου να τρέχουν
Όλοι τους έχουν αναρωτηθεί
Δεν έχω πια δικαίωμα να μιλάω
Έχουνε πάρει τα ωραία και τα λαμπρά
Όλα τους τώρα βρίσκονται ψηλά
Εκεί που είναι θρονιασμένοι οι ποιητές
Με λύρες αυτοκίνητες
Με λύρες ατμοκίνητες
Με λύρες σαν αλέτρια
Και Πήγασους από αντιδραστήρες
Δεν έχω θέμα πια
Κι οι λέξεις που μου μένουν είναι ανούσιες
Βλακώδεις λέξεις άνοστες
Έχω το εγώ, αυτός, αυτή, αυτές
Έχω το του, ποιος, ποιο και τι
Τι να ‘ναι, κείνος, κείνη, αυτοί, εμείς, εσείς και ούτε
Πώς θέλετε να γράψω ποίημα
Με τέτοιες λέξεις;
Ε, λοιπόν, ας είναι, δε θα γράψω.
ΘΑ ‘ΘΕΛΑ
Θα ‘θελα
Θα ‘θελα
Να γίνω μέγας ποιητής
Και με δαφνόφυλλα σωρό
Να με στολίζουν
Να όμως που
Δεν με τραβάνε-όσο πρέπει-τα βιβλία
Και η ζωή μ’ απασχολεί τόσο πολύ
Και τους ανθρώπους αγαπώ τόσο πολύ
Που δε μου είναι μπορετό να γράφω πάντα
Μονάχα περί ανέμων
Και υδάτων.
ΘΑ ΠΕΘΑΝΩ ΑΠΟ ΚΑΡΚΙΝΟ
ΤΗΣ ΣΠΟΝΔΥΛΙΚΗΣ ΣΤΗΛΗΣ
Θα πεθάνω από καρκίνο της σπονδυλικής στήλης
Θα ‘ναι βράδυ τρομερό
Φωτεινό, ζεστό, μυρωμένο, ηδονικό
Θα πεθάνω από κάποια κύτταρα
Που σάπισαν
Θα πεθάνω μ’ ένα πόδι φαγωμένο
Από γιγάντιο ποντικό βγαλμένο από γιγάντια τρύπα
Θα πεθάνω από εκατό γδαρσίματα
Ο ουρανός θα πέσει πάνω μου
Και θα κομματιαστεί σαν κρύσταλλο βαρύ
Θα πεθάνω από μια έκρηξη
Που θα τρυπάει τ’ αυτιά
Θα πεθάνω από υπόκωφες πληγές
Στις δύο τα ξημερώματα
Που αναποφάσιστοι και φαλακροί φονιάδες θα μ’ ανοίξουν
Θα πεθάνω χωρίς να ξέρω
Πως πεθαίνω, θα πεθάνω
Κάτω απ’ τα στεγνά ερείπια τυλιγμένος
Με χίλια μέτρα μπαμπακιού
Πνιγμένος μες στο λάδι του κενού
Στα πόδια χτυπημένος από ζώα αδιάφορα
Κι αμέσως ύστερα από ζώα διάφορα
Θα πεθάνω γυμνός ή ντυμένος στα κόκκινα
Ή ραμμένος σε σάκο γεμάτο λεπίδες
Θα πεθάνω με άβαφτα ίσως
Των ποδιών μου τα νύχια
Και τα χέρια γεμάτα με δάκρυα
Και τα χέρια γεμάτα με δάκρυα
Θα πεθάνω με ξεριζωμένα βλέφαρα
Κάτω από ένα λυσσασμένο ήλιο
Όταν σιγά μου πούνε
Λόγια μοχθηρά στ’ αυτί
Θα πεθάνω βλέποντας να βασανίζουνε παιδιά
Και άντρες έκπληκτους κι ωχρούς
Θα πεθάνω ζωντανός ενώ σκουλήκια
Θα με τρώνε, θα πεθάνω με
Δεμένα χέρια κάτω από ‘να καταρράχτη
Θα πεθάνω μέσα σε φωτιά θλιμμένη
Θα πεθάνω λίγο, θα πεθάνω πολύ,
Χωρίς πάθος, αλλά μ’ ενδιαφέρον
Και μετά όταν όλα θα ‘χουνε τελειώσει
Θα πεθάνω.
ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΣΚΥΛΕ
Βλέπω στο δρόμο ένα σκυλί
Του λέω: Τι κάνεις σκύλε;
Φαντάζεστε ποτέ να μ’απαντούσε;
Όχι; Ε, να λοιπόν που ωστόσο μ’ απαντάει
Αν και γι’αυτό βεβαίως εσείς δε δίνετε πεντάρα
Έτσι όταν βλέπω γύρω μου ανθρώπους
Να προσπερνάνε τα σκυλιά χωρίς καν ένα βλέμμα
Νιώθω βαθιά ντροπή για τους γονιούς τους
Και των γονιών τους τούς γονιούς
Γιατί μια τόσο φοβερή ανατροφή
Προϋποθέτει τρεις γενιές -δεν υπερβάλλω διόλου!-
Σύφιλη κληρονομική
Όμως προσθέτω
-Μην τυχόν και ταραχτεί κανένας-
Ότι τα πιο πολλά σκυλιά συνήθως δε μιλάνε.
Ο ΛΙΠΟΤΑΧΤΗΣ
Κύριε Πρόεδρε
Σας γράφω ένα γράμμα
Που ίσως να διαβάσετε
Αν έχετε καιρό.
Φτάσανε τα χαρτιά μου
Πως πρέπει να καταταγώ
Να φύγω για τον πόλεμο
Τʼ αργότερο Τετάρτη.
Όμως Κύριε Πρόεδρε
Δεν πρόκειται να πάω
Δεν βρέθηκα σ’ αυτή τη γη
Για να σκοτώνω αθώους.
Δε θέλω να θυμώσετε
Μα πρέπει να σας πω
Πως το ‘χω πάρει απόφαση
Να γίνω λιποτάχτης.
Βλέπω στη λίγη μου ζωή
Πως πέθανε ο πατέρας μου
Πως φύγανε τ’ αδέρφια μου
Και τα παιδιά μου κλαίνε.
Η μάνα μου απ’ τα βάσανα
Τώρα βαθιά στον τάφο
Γελάει με τους εξοπλισμούς
Περιγελάει τους στίχους.
Όταν με χώσαν φυλακή
Αρπάξαν τη γυναίκα μου
Αρπάξαν την ψυχή μου
Το παρελθόν που αγάπησα.
Αύριο ξημερώματα
Την πόρτα θα χτυπήσω
Στα μούτρα των νεκρών καιρών
Και θα χυθώ στους δρόμους.
Θα ζητιανέψω τη ζωή μου
Γυρνώντας τη Γαλλία
Από Βρετάνη ως Προβηγκία
Και σ’ όλους θα φωνάξω
Άρνηση στην υποταγή
Άρνηση στην κατάταξη
Μην πάει κανείς στον πόλεμο
Να φύγετε αρνηθείτε.
Αν πρέπει αίμα να χυθεί
Να δώστε το δικό σας
Αφού αυτό διδάσκετε
Σε όλους, Κύριε Πρόεδρε.
Κι αν είναι να με πιάσετε
Πέστε στους χωροφύλακες
Ότι θα είμαι άοπλος
Κι αν θέλουν, ας μου ρίξουν.
ΠΡΩΤΟΣ ΕΡΩΤΑΣ
Στον Ζαν Μπουλλέ
για να του αλλάξω ιδέες
Όταν ένας άντρας αγαπάει μια γυναίκα
Την παίρνει καταρχή στα γόνατά του
Φροντίζει να της βγάλει τη φουστίτσα
Ώστε το πανταλόνι του να μην καταστραφεί
Γιατί το ύφασμα πάνω στο ύφασμα
Φθείρει το ύφασμα.
Κατόπι με τη γλώσσα του κοιτάει αν της έγινε
Σωστά η αφαίρεση αμυγδαλών
Αλλιώτικα υπάρχει φόβος μόλυνσης.
Μετά, για να μη μένουνε τα χέρια του αδρανή
Ψάχνει βαθιά, όσο μπορεί βαθύτερα
Ωσότου ανακαλύπτει την ουρά
Από ‘ναν άσπρο ποντικό
Που ‘χει βαφτεί στο αίμα
Και μαλακά τραβάει την κλωστή
Να φτάσει ως το ταμπάξ.
.
Ο Μπορίς Βιάν γεννήθηκε το 1920 στη Βιλ ντ’ Αβραί, και σπούδασε στη Σχολή Εφαρμοσμένων Τεχνών, απ’ όπου πήρε πτυχίο μηχανικού το 1942. Μια σύντομη δημοσιοϋπαλληλική καριέρα (1942-6) και ένας χρόνος εργασίας σε μια μεγάλη χαρτοποιία, έκλεισαν το 1947, με την έκδοση του πρώτου του βιβλίου, με τίτλο Ο αφρός των ημερών.
Με το ψευδώνυμο «Βέρνον Σάλλιβαν» πρωτοεμφανίστηκε την ίδια χρονιά (1947), υπογράφοντας το Θα φτύσω στους τάφους σας, που έγινε κινηματογραφική ταινία το 1959. Ακολούθησαν κι άλλα «σκληρά» μυθιστορήματα αμερικανικού τύπου, που τον έκαναν διάσημο ως Σάλλιβαν, αλλά τα βιβλία που δημοσίευσε με το δικό του όνομα δεν γνώρισαν ιδιαίτερη επιτυχία.
Το 1959, απογοητευμένος και σε οικονομικό αδιέξοδο, εγκατέλειψε οριστικά το γράψιμο. Είχε προλάβει ωστόσο να δημοσιεύσει μια ποιητική συλλογή και δύο θεατρικά έργα.
Ως το 1959 που πέθανε, έζησε με τον τρόπο που πάντοτε ονειρευόταν: έπαιξε στον κινηματογράφο, έγινε κριτικός της τζάζ, και έκανε περιοδείες στην επαρχία, τραγουδώντας δικά του τραγούδια.
ΜΠΟΡΙΣ ΒΙΑΝ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΩΣΤΙΕΡΗΣ
ΚΑΙ ΘΑΝΑΣΗΣ Θ. ΝΙΑΡΧΟΣ
(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΝΩΣΗ, 1992)